Το τέλος της ποτοαπαγόρευσης

Το ερώτημα απευθύνεται κυρίως σε αυτούς που πίνουν: Μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς αλκοόλ; Θαρρώ πως θα έμοιαζε με ένα ουράνιο τόξο από το οποίο θα λείπει ένα χρώμα. Σύντροφος της ανθρώπινης πορείας, από το κορυφαίο έργο “Περί μέθης” του Αριστοτέλη, μέχρι τις τρίπλες του Τζορτζ Μπεστ, από την κούπα του Αχιλλέα που θρηνούσε τον Πάτροκλο έως την πένα του Τζακ Λόντον, το ποτό ενέπνευσε, στήριξε, έγινε πηγή χαράς. Μόνον όταν η χρήση του γινόταν με μέτρο. Κι αν ξεφεύγουμε καμιά φορά, να γίνει από χαρά, για να μην πονάει το κεφάλι την άλλη μέρα. Υπό την προϋπόθεση πως το κλειδί του τροχοφόρου θα το έχει κρατήσει το μαγαζί, όπως έκανε και μια θρυλική μπαργούμαν σε ένα παλιό μπαρ της Θεσσαλονίκης, που ήθελε να προστατέψει οδηγούς και διαβάτες.

Κι όμως, κάποιο πρωί στις ΗΠΑ οι άνθρωποι ξύπνησαν και δεν μπορούσαν να πιούν. Είναι μια από τις περιπτώσεις στη ζωή που δεν ξυπνάς από εφιάλτη. Ξυπνάς μέσα σε αυτόν…

Ο φόβος της ηθικής παρακμής και η 18η τροπολογία

Το μεταναστευτικό κύμα της τελευταίας περιόδου του 19ου αιώνα εναπόθεσε ένα ετερόκλητο πλήθος νέων πολιτών στις ακτές της Αμερικής. Αυτοί οι τελευταίοι μετανάστες γρήγορα διαπίστωσαν ότι οι πρόδρομοί τους υπέμεναν έναν τρόπο ζωής στέρησης και δυστυχίας. Προερχόμενοι από την Ιρλανδία, τη Σικελία ή την Ουαλία οι νεοφερμένοι δεν έχασαν την ευκαιρία να επωφεληθούν οικονομικά, παρέχοντας μερικές ανθρώπινες διευκολύνσεις. Πρόσφεραν από τυχερά παιχνίδια μέχρι γυναίκες, έγιναν ιδιοκτήτες μικρών μπαρ, την ώρα που οι διεφθαρμένες αρχές έκαναν τα στραβά μάτια.

Παρόλο που οι πουριτανικοί κανόνες συμπεριφοράς απαγόρευαν τη μέθη, δεν απέκλειαν τη μέτρια κατανάλωση ποτών, ιδιαίτερα με τη μορφή της μπύρας. Η ιστορία ξεκίνησε με την επικύρωση της 18ης τροπολογίας, η οποία απαγόρευσε την παραγωγή, την πώληση ή τη μεταφορά των αλκοολούχων ποτών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σταυροφόροι και οι οργανισμοί εναντίον του αλκοόλ έδωσαν ώθηση στην τροποποίηση, το 1919, παίζοντας με το φόβο για ηθική παρακμή μίας χώρας που μόλις βγήκε από τον πόλεμο. Ο Νόμος Βόλστερντ καθόρισε τους κανόνες επιβολής της απαγόρευσης που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1920.

Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών ήταν για πολλά χρόνια ένα αμφιλεγόμενο θέμα στην Αμερική, από την περίοδο της αποικιοκρατίας. Τον Μάιο του 1657, το Γενικό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης έκρινε παράνομη την πώληση ισχυρών οινοπνευματωδών ποτών: του ρουμιού, του κρασιού, του κονιάκ κλπ. Ο Μπένζαμιν Ρας, ένας από τους σπουδαιότερους γιατρούς στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, πίστευε στη μετριοπάθεια παρά την απαγόρευση. Στις αρχές του 1800 σχηματίστηκαν “ομάδες εγκράτειας” σε οκτώ κράτη, την ώρα που το 1830 οι Αμερικανοί κατανάλωναν κατά μέσο όρο 1,7 μπουκάλια σκληρού αλκοόλ ανά εβδομάδα. Καμία ομάδα δεν ύψωσε το λάβαρο της εγκράτειας υψηλότερα από τις γυναίκες. Άλλωστε ήταν εκείνες που υποχρεώνονταν να υπομένουν τις επιπτώσεις που είχαν τα οινοπνευματώδη ποτά στους ταβερνόβιους συζύγους τους. Έτσι, το 1874, καταλαμβάνοντας την εμπροσθοφυλακή του αντιαλκοολικού κινήματος, συγκρότησαν σε εθνικό επίπεδο την προτεσταντική “Χριστιανική Ένωση Εγκράτειας Γυναικών” (Women’s Christian Temperance Union). Την ίδια περίοδο σχηματίστηκε και η επίσης προτεσταντική “Ένωση κατά των Σαλούν” (Anti-Saloon League). Ο πόλεμος είχε κηρυχθεί.

Μέλη των δύο αυτών οργανώσεων σχημάτισαν το Κόμμα της Απαγόρευσης -Prohibition Party- που πήρε μέρος στις προεδρικές εκλογές του 1872, αλλά συγκέντρωσε μόλις 5.608 ψήφους. Το 1879 ο Τζον Σεντ Τζον εκλέχθηκε κυβερνήτης του Κάνσας και τέσσερα χρόνια αργότερα το Κάνσας έκανε η πρώτη πολιτεία στην Αμερική, που κήρυξε παράνομο το αλκοόλ

Τρία χρόνια αργότερα, το 1884 ο Σεντ Τζον έθεσε υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Αμερικής με τη σημαία του Κόμματος της Απαγόρευσης και έλαβε 150.369 ψήφους.

Επιφανείς εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου (Φορντ, Ροκφέλερ) δήλωναν ότι οι εργαζόμενοι θα ήταν πιο παραγωγικοί εάν απείχαν από το αλκοόλ. Μάλιστα, ο Τζον Ροκφέλερ δώρισε 350.000 δολάρια στην “Ένωση κατά των Σαλούν” (Anti-Saloon League). Στις 16 Ιανουαρίου του 1920, η ποτοαπαγόρευση τέθηκε σε ισχύ με το νόμο Βόλστερντ -Volstead Act. Επρόκειτο ουσιαστικά για την ληξιαρχική έναρξης της Ποτοαπαγόρευσης.

Επί λέξη η 18η τροποποίηση προέβλεπε ότι “Κανένας δεν θα παράγει, πωλεί, ανταλλάσσει, μεταφέρει, εισάγει, εξάγει, παραδίδει, εφοδιάζει ή κατέχει οποιοδήποτε υγρό προκαλεί μέθη, παρά μόνο υπό προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης”.

Δράση και αντίδραση, λαθρεμπόριο, χημεία και δηλητήρια

Οι έφοδοι των αστυνομικών στα αποστακτήρια έμοιαζαν με εκείνες των Ες Ες σε καταγώγια κομμουνιστών. Τα μπαρ έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Το πιο τραγικό θέαμα για τους φίλους του αλκόολ ήταν όχι απλώς η κατάσχεση. Ήταν το να βλέπουν τόνους από ουίσκυ, τζιν, ρούμι, μπύρα να χύνεται στους δρόμους προς συμμόρφωση. Κάθε δράση γεννά και αντίδραση. Η απαγόρευση γύρισε μπούμερανγκ. Ο κόσμος συνέχισε να πίνει και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Οι τιμές του αλκοόλ εκτοξεύθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Μάλιστα, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσδιόρισαν την αύξηση σε 300%. Τα μαγαζιά που πουλούσαν παράνομα αλκοόλ ξεφύτρωναν το ένα πίσω από το άλλο. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, περίπου 30.000 υπήρχαν μόνο στην πόλη της Νέας Υόρκης. Συμμορίες του δρόμου εξελίχθηκαν σε αυτοκρατορίες που επιδίδονταν σε κλοπές, ληστείες και παράνομη παρασκευή αλκοόλ. Η προκλητική απάντηση των ανθρώπων της χώρας στη νέα νομοθετική ρύθμιση συγκλόνισε όσους ειλικρινά και αφελώς πίστεψαν ότι η τροπολογία θα εγκαινιάσει μία νέα εποχή ορθής συμπεριφοράς. Από τη μια μεριά η αυστηρή επιβολή κατάφερε να επιβραδύνει το λαθρεμπόριο αλκοόλ στον Καναδά αλλά και σε άλλες χώρες. Από την άλλη, τα συνδικάτα του εγκλήματος απάντησαν με κλοπές μαζικής ποσότητας αλκοόλ που χρησιμοποιούνταν για την βιομηχανική παραγωγή βαφών και καυσίμων. Αυτό το αλκοόλ επαναδιυλιζόταν προκειμένου να μετατραπεί σε πόσιμο.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ άρχισε να απαιτεί αυτή τη διαδικασία μετουσίωσης ήδη από το 1906 για τους παρασκευαστές που ήθελαν να αποφύγουν τους φόρους που επιβάλλονταν στα οινοπνευματώδη ποτά. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, επιφορτισμένο με την εποπτεία εφαρμογής της τροπολογίας για το αλκοόλ, εκτίμησε ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, εκλάπησαν περίπου 60 εκατομμύρια γαλόνια βιομηχανικής αλκοόλης για να ικανοποιηθούν οι πότες της χώρας.

Το 1926, η κυβέρνηση του προέδρου Calvin Coolidge αποφάσισε να στραφεί στη χημεία ως εργαλείο επιβολής με την προσθήκη δηλητηριώδους μεθανόλης στο μίγμα αλλά και ενώσεων με πικρή γεύση που ήταν λιγότερο θανατηφόρες και αποσκοπούσαν στο να αλλοιώσουν τη γεύση τόσο ώστε οι άνθρωποι να μη μπορούν να τα καταναλώσουν. Μέχρι τα μέσα του 1927, οι νέες φόρμουλες μετουσίωσης περιλάμβαναν ορισμένα πασίγνωστα δηλητήρια όπως κηροζίνη, βενζίνη, βενζόλιο, κάδμιο, ιώδιο, ψευδάργυρο, υδράργυρο, νικοτίνη, αιθέρα, φορμαλδεΰδη, χλωροφόρμιο, καμφορά, φαινικό οξύ, κινίνη, ακετόνη και ένα αλκαλοειδές που συνδέεται στενά με τη στρυχνίνη. Το Υπουργείο Οικονομικών είχε ζητήσει να προστεθεί περισσότερη μεθυλική αλκοόλη – αποτελώντας το 10% του συνολικού προϊόντος.

Η μεθυλική αλκοόλη ήταν τελικά αυτή που αποδείχτηκε η πιο θανατηφόρα. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα, αρχής γενομένης με τις τρομακτικές διακοπές της αργίας των Χριστουγέννων το 1926. Οι δημόσιοι υπάλληλοι υγείας δήλωναν σοκαρισμένοι. Το 1926, στη Νέα Υόρκη, 1.200 προσβλήθηκαν από δηλητηριασμένο αλκοόλ, ενώ 400 πέθαναν. Αντίστοιχοι ήταν οι αριθμοί θανάτων και στις άλλες πόλεις των ΗΠΑ.

Ο λαός είναι αποφασισμένος να πίνει καθημερινά αυτό το δηλητήριο

Το επόμενο έτος, οι θάνατοι αυξήθηκαν σε 700. «Πρακτικά κάθε αλκοολούχο ποτό που πωλείται σήμερα στη Νέα Υόρκη, είναι τοξικό» έγραφαν οι εφημερίδες το 1928. Ο Charles Norris, ο επικεφαλής ιατρικός εξεταστής της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, υποστήριζε ότι επρόκειτο για ένα«εθνικό πείραμα εξόντωσης». «Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι δεν σταματά την κατανάλωση του αλκοόλ βάζοντας μέσα δηλητήριο» δήλωνε. «Συνεχίζει τη διαδικασία δηλητηρίασης, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο λαός είναι αποφασισμένος να πίνει καθημερινά αυτό το δηλητήριο. Γνωρίζοντας ότι αυτό είναι αλήθεια, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να χρεωθεί την ηθική ευθύνη για τους θανάτους που προκαλεί το δηλητηριασμένο αλκοόλ παρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνη». Οι υπάλληλοι δημόσιας υγείας σε εθνικό επίπεδο άρχισαν να αντιδρούν έντονα. Εξαγριωμένοι εναντίον της απαγόρευσης και οι νομοθέτες άρχισαν να πιέζουν για να σταματήσει η χρήση των θανατηφόρων χημικών. Το ειδικό πρόγραμμα μετουσίωσης έληξε μόνο όταν η 18η τροπολογία καταργήθηκε τον Δεκέμβριο του 1933. Ο«χημικός πόλεμος» τελείωσε πολύ αργότερα αλλά όταν το καθαρό ποτό επανεμφανίστηκε, ο χημικός πόλεμος ήταν σα να μη συνέβη ποτέ.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα Peter McWilliams, γνωστό για τον αγώνα του υπέρ της αποποινικοποίησης της μαριχουάνας, δώδεκα είναι οι αρνητικές επιπτώσεις της ποτοαπαγόρευσης.

1. Δημιούργησε έλλειψη σεβασμού προς τον νόμο

2. Έλλειψη σεβασμού προς τη θρησκεία

3. Δημιούργησε το οργανωμένο έγκλημα

4. Υπήρξε διαφθορά στις διαδικασίες επιβολής του νόμου και τους πολιτικούς

5. Υπερπληθυσμός στα σωφρονιστικά καταστήματα

6. Αύξηση των σωματικών βλαβών από τις μάχες μεταξύ μαφιόζων και αστυνομικών

7. Έβλαψε τους πολίτες οικονομικά, συναισθηματικά και ηθικά

8. Άλλαξε τις συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ

9.Το κάπνισμα έγινε συνήθεια

10. Εμπόδισε την αντιμετώπιση των προβλημάτων με το αλκοόλ .

11. Προκάλεσε “ανηθικότητα “.

12. Το μέτρο είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος του αλκοόλ

Οι ασφυκτικοί περιορισμοί του Βόλστερντ έδειχναν να καλύπτουν τα πάντα, ωστόσο δεν ήταν έτσι. Μπορεί η πώληση οινοπνευματωδών να ήταν γενικά παράνομη, αλλά η κατανάλωση οινοπνευματωδών επιτρεπόταν. Λόγω του γεγονότος ότι η 18η Τροποποίηση δεν επηρέαζε στο ελάχιστο την ακόρεστη δίψα της Αμερικής, ήταν απλώς θέμα χρόνου να στηθεί η μεγαλύτερη παράνομη οικονομία στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Με την έλευση της ποτοαπαγόρευσης τον 20ό αιώνα, το δέλεαρ της παράνομης παραγωγής και διακίνησης ποτών έγινε σχεδόν ακατανίκητο: αστρονομικά κέρδη σε συνδυασμό με κυριολεκτικά ανύπαρκτο κίνδυνο αποτελούσαν ένα πανίσχυρο μείγμα.

Στοίχιζε μόλις 5 δολάρια η παραγωγή ενός βαρελιού μπύρας, το οποίο πουλιόταν στη λιανική έναντι 55 δολαρίων το λιγότερο. Έτσι για παράδειγμα, ο Τζωρτζ Ρέμος, πανίσχυρος δικηγόρος- κατόπιν λαθρέμπορος- από το Οχάιο, κέρδισε 40 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε τρία χρόνια, ένα συγκλονιστικό ποσό για την εποχή.

Το 1923 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απασχολούσε μόνο 1.500 πράκτορες για την επιβολή της ποτοαπαγορεύσης ολόκληρη τη χώρα. Στις σπάνιες περιπτώσεις που γινόταν μια σύλληψη, οι ομοσπονδιακοί επέβαλλαν το μάλλον ασήμαντο πρόστιμο των 1000 δολαρίων.

Υποαμειβόμενοι πράκτορες επιβολής της ποτοαπαγόρευσης και διψασμένοι στρατιώτες που επέστρεφαν από το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέβαλαν ώστε η κατανάλωση οινοπνευματωδών να παραμείνει η αγαπημένη ενασχόληση των Αμερικανών.

Το τελευταίο οχυρό του πουριτανικού ονείρου για το θεοκρατικό πολιτικό σύστημα

Το οργανωμένο έγκλημα έλαβε μεγάλη ώθηση από την απαγόρευση. Η Μαφία περιόρισε τη δραστηριότητά της στην πορνεία, τα τυχερά παιχνίδια και τους εκβιασμούς και στράφηκε στο λαθρεμπόριο αλκοόλ.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η παραοικονομία αξιοποιούσε ήδη μια ανθούσα μαύρη αγορά όταν η συνταγματική τροποποίηση για απαγόρευση της μπύρας και του αλκοόλ άνοιξε έναν γρήγορο κι εύκολο δρόμο προς τον υπερβολικό πλουτισμό.

Αυτή η καταστροφική ομοσπονδιακή νομοθετική ρύθμιση, η οποία κυοφορούνταν για περισσότερο από έναν αιώνα, υπήρξε το τελευταίο οχυρό του πουριτανικού ονείρου για το θεοκρατικό πολιτικό σύστημα.

Ωστόσο, η παραφροσύνη μιας πανεθνικής απαγόρευσης του αλκοόλ είχε αλλόκοτη επίπτωση: αντί να κυβερνήσει η θέληση του Θεού, πρόσφερε στις συμμορίες του Σικάγου τη βάση διείσδυσης στην οργανωτική δομή της Αμερικής. Όταν πέρασε η τροποποίηση Βόλστεντ, οι παράγοντες του Σικάγου αντέδρασαν αμέσως: στις 30 Δεκεμβρίου, δυο εβδομάδες πριν η ποτοαπαγόρευση γίνει νόμος, ο διαβόητος γκάνγκστερ Ντιον Ο’ Μπάνιον λήστεψε ένα φορτίο ουίσκι προβλέποντας τις υπερβολικές τιμές που θ’ απέφερε στην τελευταία “υγρή” παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου δεκαπέντε χιλιάδες γιατροί και 57.000 φαρμακοποιοί υπέβαλαν αιτήσεις για άδειες “θεραπευτικών” οινοπνευματωδών.

Τον πρώτο χρόνο της ποτοαπαγόρευσης, οι πωλήσεις κρασιού για θρησκευτικούς σκοπούς αυξήθηκαν κα΄τα 800.000 γαλόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με το παράνομο εμπόριο, συνετέλεσε ώστε να εκλείψει η επίσημα εγκεκριμένη ποικιλία.

Μπύρα αξίας 30 εκ. δολαρίων πουλιόταν κάθε μήνα στο Σικάγο και ένα εκατομμύριο μοιραζόταν μεταξύ αστυνομικών, πολιτικών και ομοσπονδιακών πρακτόρων για να διασφαλιστεί η ανεμπόδιστη διακίνησή.

Στις 20 Μαΐου 1920, τέσσερις μήνες μετά την ψήφιση της τροποποίησης Βόλστεντ, ο Μεγάλος Τζιμ Κολοσίμο δολοφονήθηκε στον προθάλαμο του εστιατορίου του. Την θέση του ανέλαβε ο Τζόνυ Τόριο σε μια εποχή που ο υπόκοσμος της πόλης βρισκόταν σε χάος.

Αυτός επεκτάθηκε γρήγορα και με τη βοήθεια της οικογένειας Τζένα, υπέβαλαν αίτημα για μια από τις ελάχιστες κατ’ εξαίρεση άδειες για παραγωγή βιομηχανικής αλκοόλης.

Τα αδέρφια Τζένα αφαιρούσαν το μεγαλύτερο μέρος της νόμιμης παραγόμενης αλκοόλης, τη χρωμάτιζαν με διάφορες τοξίνες, που ήταν γνωστό ότι προκαλούσαν παρενέργειες, και τη βάφτιζαν κονιάκ, ουίσκι… οτιδήποτε.

Εκείνη την εποχή η “φοβεροί Τζένα” πλήρωναν περισσότερους από τετρακόσιους αστυνομικούς για να συνοδεύουν τα φορτηγά τους που μετέφεραν οινοπνευματώδη.

Τα αποστακτήριά τους λειτουργούσαν σε απόσταση οικοδομικών τετραγώνων από τα αστυνομικά τμήματα, με βάρδιες και σε 24ωρη βάση.

Στο Σικάγο ο Αλ Καπόνε εκμεταλλευόμενος την ποτοαπαγόρευση κατάφερε να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του και να αναδειχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους κακοποιούς των ΗΠΑ. Γεννημένος το 1899, ο Αλφόνς Καπόνε ήταν ο τελευταίος κρίκος στην εγκληματική εξελικτική αλυσίδα που οδήγησε στην κυριαρχία της οργάνωσης.

Ως έφηβος στη Νέα Υόρκη, ο Αλ εντάχθηκε στη συμμορία της Τζέιμς Στρητ και ήλεγχε ένα μπαρ. Στη συνέχεια για ένα μικρό διάστημα μετακόμισε στη Βαλτιμόρη πριν καταλήξει οριστικά στο Σικάγο και αναδειχθεί σε αρχιμαφίοζος.

Το 1927 η περιουσία του υπολογιζόταν στα 100.000.000 δολάρια ελέγχοντας στοιχήματα, κλαμπ, οίκους ανοχής κ.α. Τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησής του ανέρχονταν σε 300.000 δολάρια τη βδομάδα, με τα οποία καλύπτονταν το μισθολόγιο των χιλίων ανδρών του και τα έξοδα για τις δωροδοκίες αξιωματούχων.

Το ρίσκο του Ρούσβελτ

Σε μια περίοδο υψηλής ανεργίας (σ.σ. το μεγάλο Κραχ έγινε το 1929) οι μαφιόζοι έγιναν λαϊκοί ήρωες, καθώς πρόσφεραν δουλειά σε πολλούς ανέργους. Η αύξηση της εγκληματικότητας και της διαφθοράς κατά τη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης άλλαξε τη διάθεση της κοινής γνώμης.

Ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ το 1932 πήρε το ρίσκο να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του την άρση της ποτοαπαγόρευσης. Στις 5 Δεκέμβρη του 1933 η άρση της ποτοαπαγόρευσης ήταν νόμος. Δύο μήνες μετά, και συγκεκριμένα στις 17 Φλεβάρη, οι πολιτείες των ΗΠΑ ήταν όλες ελεύθερες. ‘

ΥΓ. Πλην μίας, του Μισσισιπί. Εκεί το ποτό γύρισε το 1966.