Θεσσαλονίκη – Άουσβιτς/Μπιρκενάου 77 χρόνια μετά: Μνήμη, διεκδίκηση, δικαίωση

«Κορίτσια, Ελληνίδες, εάν βγείτε μια μέρα ζωντανές απ’ εδώ…, διηγηθείτε στον κόσμο κι εσείς με τη σειρά σας… Να, εδώ, ήταν τα αποδυτήριά τους. Να, αυτοί… είναι οι φούρνοι…», έλεγαν ψιθυριστά στις σκελετωμένες Εβραιοπούλες του Άουσβιτς–Μπιρκενάου, οι κρατούμενοι – νεκροκομιστές του Ζόντερ Κομάντο, καθώς ανατίναζαν με δυναμίτη τη βαρβαρότητα του 20ου αιώνα. Οι δήμιοι των Ναζί πάσχιζαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος από τα φρικαλέα εγκλήματά τους, χρησιμοποιώντας ακόμα και τα θύματά τους, καθώς ζύγωνε απειλητικά ο Κόκκινος Στρατός που προέλαυνε στην Πολωνία το Γενάρη του 1945.

Του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη

Ξαναζωντανεύουν σήμερα στο μυαλό και την καρδιά μας αυτές οι συγκλονιστικές στιγμές από τη μαρτυρία (βιβλίο) «Κραυγή για το αύριο» της σημαδεμένης ανεξίτηλα με το Νο 76859 Μπέρι Ναχμία – η μόνη που επέζησε από τους 50 συγγενείς της – καθώς 77 χρόνια μετά στεκόμαστε ευλαβικοί προσκυνητές της ιερής μνήμης των αδικοχαμένων συμπολιτών μας αλλά και όλων των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας. Νιώθουμε να κυκλοφορούν ανάμεσά μας οι σκιές των Ελλήνων Εβραίων που ανατίναξαν το 3ο κρεματόριο του Άουσβιτς/Μπιρκενάου τον Οκτώβριο του 1944. Ανάμεσά τους τα κορίτσια που δούλευαν στο εργοστάσιο πυρομαχικών ΟΥΝΙΟΝ. Ήταν τότε που πνίγηκε στο αίμα και η εξέγερση της Βαρσοβίας, που ξέσπασε τον Αύγουστο του ’44 και άντεξε ηρωικά 63 μέρες.

Στις 15 Μαρτίου 1943, στον παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, σφύριζε το πρώτο τρένο του θανάτου για το Άουσβιτς με 2.800 εβραϊκής καταγωγής συμπολίτες μας στοιβαγμένους σε σφραγισμένα εμπορικά βαγόνια. «Οι πύλες της κολάσεως» έχουν ανοίξει για να καταπιούν τον εβραϊκό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης, τη μήτρα του εργατικού κινήματος στα Βαλκάνια.

Η ανάδειξη της αποσιωπημένης ιστορικής αλήθειας για την πόλη μας δεν είναι μια άγονη παρελθοντολογία ούτε απλώς ζήτημα ηθικής αποκατάστασης. Είναι ανάχωμα και πολιτικό όπλο απέναντι στη δικαζόμενη ναζιστική συμμορία της «Χρυσής Αυγής» που, αν και δεν βρωμίζει πια τα έδρανα της Βουλής, πρωτοστατεί σε επιθέσεις εναντίον των ξεριζωμένων προσφύγων και μεταναστών.

Η σημερινή Θεσσαλονίκη δεν έχει τίποτε να χάσει, αντίθετα έχει πολλά να κερδίσει, αναγνωρίζοντας το πραγματικό της παρελθόν, γιατί μια πόλη που δεν σέβεται το παρελθόν της δεν έχει μέλλον. Γιατί, όπως έγραψε ο επιζών του Ολοκαυτώματος Ελί Βιζέλ, «ο δήμιος σκοτώνει πάντα δύο φορές, τη δεύτερη με τη λήθη». Η φυσική εξόντωση των εβραϊκής καταγωγής συμπολιτών μας συνδυάστηκε με την εξαφάνιση της Ιστορίας τους -καταστροφή του νεκροταφείου και απάλειψη των εβραϊκών ονομάτων από τους δρόμους της πόλης από τους συνεργούς των κατοχικών δυνάμεων δημάρχους Κ. Μερκουρίου και Γ. Σερεμέτη- αλλά και με τη διαρπαγή των περιουσιών τους από «μεσεγγυούχους» και δωσίλογους ταγματασφαλίτες. Μάλιστα το 1947 οι «μεσεγγυούχοι» είχαν συστήσει σωματείο κατά των «εβραϊκών α Η Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε μόνο «μαρτυρική πόλη», αλλά είχε και το ιστορικό προνόμιο να ιδρυθεί εδώ στις 15 Μαΐου 1941  η «Ελευθερία», η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση στην κατεχόμενη Ευρώπη. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που απελευθέρωσαν και έσωσαν τις υποδομές της Θεσσαλονίκης από την ανατίναξη (30.10.1944) και η βραχύβια ΕΑΜική εξουσία (Νοέμβριος 1944, μέσα Ιανουαρίου 1945) αποκατέστησαν αρκετούς από τους εναπομείναντες Εβραίους που καταπατήθηκαν οι περιουσίες τους. Αντίθετα, ολόκληρο το 1945 μόλις 37 περιουσίες επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους.

Η ανάδειξη της Ιστορίας της κατοχικής περιόδου πρέπει, επιτέλους, να συνδυαστεί με την υλική αποκατάσταση των θυμάτων του ναζισμού από το σύγχρονο γερμανικό κράτος. Για παράδειγμα η επιστροφή των λύτρων που κατέβαλε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης στις κατοχικές αρχές, στην απεγνωσμένη προσπάθεια να γλιτώσει τα άρρενα μέλη της από την εξοντωτική καταναγκαστική εργασία. Ένα αδικαίωτο αίτημα που τεκμηριώνεται και με την Έκθεση – πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών, που υιοθέτησε η Βουλή στις 17/4/2019. Μια διεκδίκηση που πρέπει, φευ, να πάρει «σάρκα και οστά» τόσο σε διπλωματικό όσο και νομικό επίπεδο, σύμφωνα με τη δεσμευτική για την κυβέρνηση απόφαση της Βουλής και την από  4-6-2019 Ρηματική Διακοίνωση της ελληνικής προς τη γερμανική κυβέρνηση.

Στην εναγώνια «κραυγή για το αύριο» των νεκρών ή επιζώντων του Ολοκαυτώματος, των Ρομά, των αγωνιστών της αντιφασιστικής και αντιδικτατορικής αντίστασης, των «διαφορετικών», των «ανεπιθύμητων στοιχείων της φυλετικής υπεροχής», η απόκρισή μας πρέπει να είναι ο πολιτικός μετασχηματισμός της ιστορικής μνήμης.

Το Ολοκαύτωμα δεν αφορά μόνον τα θύματα και το «τραύμα» τους. Αντίθετα, πρέπει να μεταμορφώσουμε τα αθώα θύματα των Ναζί σε ένα αδιαπέραστο τείχος απέναντι στην επανάληψη της ανείπωτης αυτής φρίκης. Μόνον έτσι το σύνθημα «ποτέ πια!» θα πάψει να είναι μια απλή ευχή ή μια συναισθηματική έκρηξη. Οφείλει να αναχθεί σε συμβολική μνήμη απέναντι σε κάθε προκατάληψη, ξενοφοβία και ρατσισμό. ‘Ετσι μόνο βρίσκει το πλήρες νόημά του.

Αυτό σημαίνει: αποκατάσταση των ιστορικών αδικιών, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο δικαίωμα για αυτοδιάθεση και αυτοπροσδιορισμό, κλείσιμο των σημερινών στρατοπέδων συγκέντρωσης για τα θύματα των πολεμικών συγκρούσεων και της εξαθλίωσης. Προπαντός, καταπολέμηση των ανισοτήτων και των κάθε μορφής διακρίσεων που συνοδεύουν το σημερινό κανιβαλισμό του Κοινωνικού Κράτους, που υπήρξε και η μεγάλη κατάκτηση της αντιφασιστικής νίκης.

Αυτό το οικουμενικό μήνυμα στέλνει το εμβληματικό απόσπασμα από τον «Σαουλίκο», τη συγκλονιστική μαρτυρία του συμπολίτη μας Ρόμπι Βαρσάνο, που επέζησε του Ολοκαυτώματος – αυτό το απόλυτο και χωρίς παραγραφή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας:

«Αλήθεια είχαν πατρίδα οι κολασμένοι; Και ποια ήταν αυτή; Η Θεσσαλονίκη, τα Ιεροσόλυμα, η Πολωνία; Για τον Ρόμπι η πατρίδα του ήταν η Θεσσαλονίκη, μα για τον αδερφό του, τους γονείς του, τους θείους του, τους φίλους του  –κοντά τριάντα ψυχές–  η πατρίδα, η παντοτινή τους πατρίδα, ήταν το Άουσβιτς. Ο ουρανός του Άουσβιτς και όχι η γη του. Στον ουρανό, εκεί ήταν η πατρίδα τους. Μόνο που δεν ήξερε, όταν φυσάει ο αέρας, αέρας δυνατός και μετακινείται από χώρα σε χώρα, δεν ήξερε για πού ταξίδευε η πατρίδα των δικών του. Αέρας είναι, όπου θέλει σε πάει. Μπορεί να ανακατευόταν με τον δικό τους Βαρδάρη και να τους έφερνε ως τη Θεσσαλονίκη. Όλα γίνονται σ’ αυτή τη ζωή. Θα ήταν πολύ ωραίο, οι πατρίδες να μετακινούνται με τον αέρα και να ανακατεύονται. Να ανακατεύονται οι άνθρωποι πριν προλάβουν να ριζώσουν για να μην έρχονται οι άλλοι να τους ξεριζώνουν. Μακάρι να ήταν αέρας οι πατρίδες. Μα δεν ήταν και δεν είναι.»

*Ο Μηταφίδης Τριαντάφυλλος είναι πρ. βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α και πρόεδρος της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών προς την Ελλάδα