Το ξεπουπούλιασμα της εκπαίδευσης κι η πλουτοκρατική ελίτ

Μέσα στη γενικότερη μαυρίλα των ημερών, κάποια ξεσπάσματα ιδεοληπτικών ανθρώπων που έχουν θέσει εξαρχής σκοπό της ζωής τους το κέρδος και ανήγαγαν την απληστία σε ιδεολογία, δεν ελεεινολογούνται όπως τους αξίζει από το μέτωπο που επιμένει στον ανθρωπισμό και ως εκ τούτου και στην αντιαυταρχική εκπαίδευση.

Οι κυρίες που ηγούνται του υπουργείου Παιδείας, ολοφάνερα άσχετες με το αντικείμενο εκπαίδευση, ξανανοίγουν το ντοσιέ της τότε νεοφώτιστης κ. Διαμαντοπούλου, υιοθετούν τα νεοφιλελεύθερα και αυταρχικά πρότυπα, κατάλοιπα των μεσαιωνικών θρησκευτικών κολεγιών, και εκτός των άλλων επανέρχονται στη λειτουργία σχολείων που ονομάζουν Πρότυπα Πειραματικά, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ότι η μια ιδιότητα αναιρεί τη δεύτερη και τούμπαλιν.

Δεν περιμένω από τη μηχανικό κ. Διαμαντοπούλου να έχει την κουλτούρα ενός Δημήτρη Φατούρου ή από τη νομικό κ. Κεραμέως την ευρύτητα σκέψης ενός Μάνεση ή έστω το γνωστικό υπόβαθρο ενός Βαγγέλη Βενιζέλου. Εξαγγέλλοντας, μέσω πιο «ειδικών» όπως ο περιφερόμενος από κόμμα σε κόμμα νέος πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), Γιάννης Αντωνίου, διάφορα παγκόσμιας πρωτοτυπίας σχέδια, απλώς τονίζουν τη δική τους ανεπάρκεια.

Οι άνθρωποι αυτοί τσαλαπατούν κάθε επιστημονική παιδαγωγική προσέγγιση, αρκεί να χαϊδέψουν τα αφτιά των απαίδευτων υπηκόων οι οποίοι για τα βλαστάρια τους επιθυμούν ένα: να κατακτήσουν την εμπειρία που θα τους βγάλει στην αγορά εργασίας με προβάδισμα έναντι αυτών που οι δάσκαλοί τους θα πασχίσουν να τους μεταδώσουν τη γνώση.

Το πρόβλημα δεν είναι τωρινό. Το 1939, ο κορυφαίος Αμερικανός παιδαγωγός Αμπρααμ Φλέξνερ, δημοσίευσε στο Harpers Magazine ένα άρθρο με τίτλο «Η χρησιμότητα της άχρηστης γνώσης». Παραθέτω ένα σπάραγμα των σκέψεων του, επίκαιρο τότε και τώρα:

«Σε μερικά μεγάλα κράτη- η Γερμανία και η Ιταλία ιδιαίτερα- έχει ξεκινήσει μια συρρίκνωση της πνευματικής ελευθερίας. Τα πανεπιστήμια αναδομήθηκαν για να γίνουν όργανα μιας ιδιαίτερης πολιτικής, οικονομικής ή φυλετικής πεποίθησης. […] Ο πραγματικός εχθρός είναι εκείνος που προσπαθεί να περιορίσει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα καλούπι […]».

Ηταν πριν από 80 χρόνια που ο Φλέξνερ ξεσκέπαζε και τον μύθο των πανεπιστημίων της αριστείας. Ο σύγχρονος μας, καθηγητής Ιταλικής Λογοτεχνίας, Νούτσιο Ορντινε, στο εξαίρετο πόνημά του «Η χρησιμότητα του Αχρηστου»* στο κεφάλαιο για τους φοιτητές – πελάτες, παραθέτει το δημοσίευμα του Εμανουέλ Ζαφελέν στην Monde της 28ης Μαΐου 2012, για αυτήν ακριβώς την πελατειακή σχέση:

«Πληρώνοντας πολύ ακριβά την εγγραφή του στο Χάρβαρντ, ο φοιτητής δεν περιμένει μόνο έναν πολυμαθή, έμπειρο και άξιο καθηγητή: περιμένει επίσης να είναι του χεριού του διότι ο πελάτης είναι βασιλιάς».

Με άλλα λόγια, λέει ο Ορντινε, τα χρήματα που δίνουν οι διδασκόμενοι στις ΗΠΑ, τους αναγκάζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο «για την αναζήτηση κέρδους παρά γνώσης».

Όμως για να μη μένουμε μόνο στους μεγάλους παιδαγωγούς με παγκόσμιο κύρος, ας δούμε ποιους κορυφαίους Ελληνες πετούν στα σκουπίδια η κ. Κεραμέως με τον σύμβουλό της.

Εξαφανίζουν τον Δελμούζο, τον Κουντουρά, τον Ξηροτύρη, τον Τσολάκη. Πήρε ποτέ τ’ αφτί τους κάτι για τη δουλειά που γινόταν στο Πειραματικό σχολείο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης; Αντιλαμβάνομαι ότι είναι λίγο αργά για να μελετήσουν τις θέσεις πάνω στις οποίες στήθηκε το πιο πετυχημένο ίσως ελληνικό σχολείο. Μπορούν να αναθέσουν σε κάποιον να τους γράψει μια περίληψη, έστω μιας παραγράφου. Αν έχουν στοιχειώδη νου, που έχουν, θα καταλάβουν.

Βέβαια, το θέμα δεν είναι η άγνοια. Το θέμα είναι να αποκτήσει και η Ελλάδα δημόσια σχολεία για την πολιτική και οικονομική ελίτ. Σαν αυτά που είχαν ιδρύσει ο Στάλιν, ο Χίτλερ, ο Φράνκο και άλλοι αυταρχικοί κυβερνήτες. Στις δυτικές δημοκρατίες ωστόσο, όλα σχεδόν τα σχολεία αρίστων για τους γόνους της πλουτοκρατίας, είναι ιδιωτικά. Και δεν μπορεί να μην είναι, διότι η συντηρητική παράταξη ναι μεν προτάσσει το παραμύθι της αριστείας, αλλά μειώνει μονίμως τα κονδύλια για τη δημόσια εκπαίδευση. Ε, δεν κάνεις Ιτον ή Αθενς Κόλετζ με ψίχουλα.

Εγραφα στην ΑΥΓΗ πριν από 5 χρόνια: «Το Πειραματικό Σχολείο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης -που οι άσχετοι μετονόμασαν σε Πρότυπο Πειραματικό (δηλαδή μαύρο – άσπρο)- ιδρύθηκε το 1929 για τη θεωρητική και πρακτική παιδαγωγική μόρφωση των φοιτητών. Λειτούργησε το 1934 […] με διευθυντή τον καθηγητή Φιλοσοφίας Βασίλειο Τατάκη. Επιβλέπων καθηγητής ο Αλέξανδρος Δελμούζος, που έφερε στο σχολείο τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και εισήγαγε τη μέθοδο εργασίας του Τζον Ντιούι. Στην Α’ Τάξη του δημοτικού σχολείου, που οι μαθητές της επιλέγονταν με κλήρωση (σ.σ.: ποτέ με εξετάσεις), χρησιμοποιήθηκε και η μέθοδος Ντεκρολί».

Και αναρωτιόμουν: «Κάτι θρανία στον πίσω τοίχο των τάξεων των πειραματικών σχολείων για ποιους είναι; Για τους άτακτους;

[…]

»* Ρώτησαν έναν έστω παιδαγωγό -ποιον;- να τους εξηγήσει γιατί επιβάλλεται να είναι τυχαίο το δείγμα των μαθητών των πειραματικών;

»* Θα πάρει θέση η Φιλοσοφική σχολή Θεσσαλονίκης και το Παιδαγωγικό τμήμα;

»Κάτι τέτοιες στιγμές η απουσία του Δάσκαλου Χρίστου Τσολάκη είναι περισσότερο από αφόρητη…».

Πέρασαν πέντε και χρόνια και δεν άλλαξε τίποτα στα μυαλά τους. Και παριστάνουν τους παντογνώστες!

Σε τι χέρια έπεσαν τα παιδιά μας…

*NUCCIO ORDINE, Η χρησιμότητα του άχρηστου, εκδ. Αγρα, 2014.