Οι υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη που ξαναζήτησε εκλογές

O πρόεδρος της ΝΔ μιλώντας σήμερα στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη ΔΕΘ επιτέθηκε για άλλη μία φορά στον Αλέξη Τσίπρα τον οποίο χαρακτήρισε αμετανόητο.

«Δεν διδάχτηκε τίποτα, συνεχίζει αμετανόητος και προσβλητικός, διχάζει, δίνει ανεύθυνες υποσχέσεις, δεν θέλει να αλλάξει κατεύθυνση, υπονομεύει βάναυσα τη λειτουργία των θεσμών. Όσο και να προσπαθεί να βάλει το κουστούμι του μεταρρυθμιστή έχει μόνο στο μυαλό του την εξουσία, συνέχισε, και συμπλήρωσε: ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει φτώχεια» είπε χαρακτηριστικά.

Επαναφέροντας το αίτημα των εκλογών, ο πρόεδρος της ΝΔ υπογράμμισε: «Ήρθε η ώρα ο λαός να πάρει τη δημοκρατία στα χέρια του. Μια μεγάλη πολιτική αλλαγή είναι προϋπόθεση για τη φυγή προς τα εμπρός. Η απομάκρυνσή του κ. Τσίπρα από την εξουσία είναι ιστορική αναγκαιότητα για τον τόπο. Πρέπει να φύγει. Το συντομότερο.»

«Περικοπές στο Δημόσιο»

Ο πρόεδρος της ΝΔ τόνισε ότι «δεν θα γίνουν οι προβλεπόμενες αυξήσεις στους υπαλλήλους του Δημοσίου» σημειώνοντας ότι «η ανάσα των 2 δισ. από τα πλεονάσματα και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα μας βοηθήσουν να πάρουμε ανάσα». Οπως σημείωσε «υπάρχει περιθώριο περικοπών, στο Δημόσιο, τονίζοντας όμως ότι δεν θα γίνουν απολύσεις, μόνο αξιολογήσεις ενώ εξέφρασε την πρόθεση του να καταργήσει φορείς του Δημοσίου.

Στον τομέα της φορολογίας, ο κ. Μητσοτάκης δεσμεύτηκε για:

  • Μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός 2 ετών (20% τον πρώτο χρόνο, και 10% τον δεύτερο).
  • Μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% εντός δύο ετών (στο 24% τον πρώτο χρόνο και στο 20% τον δεύτερο) καθώς και η φορολόγηση στα μερίσματα από το 15% στο 5%.
  • Επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.
  • Αύξηση του ορίου όριο υπαγωγής στο ΦΠΑ από τις 10,000 στις 25,000 ευρώ.

Με την προϋπόθεση της ανάκαμψης της οικονομίας και της μείωσης των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2% του ΑΕΠ, υποσχέθηκε επίσης τις εξής αλλαγές:

  • Μείωση των φορολογικών συντελεστών στα φυσικά πρόσωπα με εισαγωγικό συντελεστή 9%.
  • Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων.
  • Μείωση του ΦΠΑ, με καθιέρωση δύο συντελεστών 11% και 22%.

Κοστολόγηση και μείωση δαπανών

Το κόστος αυτών των παρεμβάσεων είναι, όπως είπε ο πρόεδρος της ΝΔ, περίπου 1,3 δις ευρώ τον πρώτο χρόνο και 1,9 δις ευρώ τη διετία.

«Μία τέτοια πολιτική μείωσης φορολογικών συντελεστών πρέπει να συνοδεύεται και από ένα σχέδιο περικοπών κρατικών δαπανών για να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία» που θα γίνει όπως τόνισε χωρίς απολύσεις, αλλά με αξιολόγηση και καταργήσεις – συγχωνεύσεις φορέων του Δημοσίου.

Η εξοικονόμηση 1,5 δις ευρώ τον πρώτο χρόνο και 2 δις ευρώ περίπου σε βάθος τετραετίας, επιτυχάνεται με μέτρα τα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν αναστολή των προβλεπόμενων αυξήσεων στους δημοσίους υπαλλήλους. Συγκεκριμένα:

  • 200 εκατομμύρια ευρώ, από τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 12%.
  • 400 εκατομμύρια ευρώ, από τη βελτίωση των αποτελεσμάτων των ΔΕΚΟ και όλων των Νομικών Προσώπων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • 150 εκατομμύρια ευρώ, από την αναστολή των προβλεπόμενων αυξήσεων στους δημοσίους υπαλλήλους.
  • 140 εκατομμύρια ευρώ, από τη μείωση των δαπανών για τόκους στα Έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, φτάνοντας το κόστος στο ύψος του 2014.
  • 140 εκατομμύρια ευρώ, από τον εξορθολογισμό της κρατικής επιχορήγησης στα ευγενή ταμεία.
  • 100 εκατομμύρια ευρώ, από το συμψηφισμό οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών στον ΟΓΑ με αγροτικές επιδοτήσεις.
  • 150 εκατομμύρια ευρώ, από την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, τις ηλεκτρονικές προμήθειες και την Εθνική Στρατηγική για το Φάρμακο.
  • 20 εκατομμύρια ευρώ από τη συγχώνευση κτιριακών υποδομών.
  • 75 εκατομμύρια ευρώ τον πρώτο χρόνο και 300 εκατομμύρια ευρώ στην τετραετία, από τη διατήρηση της υπάρχουσας σχέσης προσλήψεων και αποχωρήσεων στο δημόσιο.
  • 100 εκατομμύρια ευρώ τον πρώτο χρόνο και 400 εκατομμύρια ευρώ στην τετραετία από την κατάργηση δομών που δημιουργήθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ από τις αρχές του 2015 και από τη στρατηγική εκχωρήσεων (outsourcing) στον ιδιωτικό τομέα.