Το υπουργείο Οικονομικών απαντά στην Ντόρα Μπακογιάννη για την έκθεση της ΕΚΤ

«Η Έκθεση της ΕΚΤ που δημοσιεύτηκε εχθές επιβεβαιώνει τις προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης για θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, καταγράφοντας για το 2017 τον ισχυρότερο ρυθμό την τελευταία δεκαετία. Όπως πιστοποιεί η Έκθεση, η ελληνική οικονομία εξέρχεται από το πολυετές καταστροφικό σπιράλ της ύφεσης, στο οποίο την είχαν παγιδεύσει οι πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων» αναφέρει το υπουργείο Οικονομικών σε ανακοίνωση με την οποία απαντά σε δήλωση της Ντόρας Μπακογιάννη.

Και συνεχίζει: «Προκαλεί, όμως, απορία το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία, αντί να σημειώνει τον θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, την τόνωση των επενδύσεων και την ενίσχυση των εξαγωγών, θέτει θέμα απόκλισης του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αλλά, τώρα συνέβη αυτή η απόκλιση;

Υπενθυμίζουμε στη Νέα Δημοκρατία ότι η απόκλιση άρχισε ήδη επί δικής της διακυβέρνησης το 2008, ενώ με την πολιτική των μνημονίων από το 2010 εντάθηκε: το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25,7%, οι επενδύσεις κατά 63,1%, η κατανάλωση των νοικοκυριών κατά 26,3% και η απασχόληση κατά 17%.

Εκείνη την περίοδο δεν  εμφανίστηκε απλά μια απόκλιση, αλλά εδραιώθηκε ένα χάσμα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όλων των οικονομικών και κοινωνικών δεικτών. Στην πραγματικότητα η χώρα περιθωριοποιήθηκε στο πλαίσιο της ΕΕ και ο ελληνικός λαός βίωσε πρωτοφανή φτωχοποίηση. Αυτή τη συνθήκη περιθωριοποίησης ανέλαβε η σημερινή κυβέρνηση να ανατρέψει το 2015.

Παρά τη μεγάλη καταστροφή των προηγούμενων ετών, που είχε σαν αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, την καθήλωση των μισθών και την κατάρρευση της κατανάλωσης, η Ελλάδα βγαίνει από τα προγράμματα λιτότητας.

Τη δυναμική της μεγέθυνσης καταδεικνύουν οι επενδύσεις, ο όγκος των οποίων το 2017 αυξήθηκε με διπλάσιο ρυθμό από το μέσο όρο της ΕΕ. Την καθοδηγούν, επίσης, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν με υπερδιπλάσιο ρυθμό του αντίστοιχου της ΕΕ.

Η Ελλάδα τις επόμενες εβδομάδες θα παρουσιάσει ένα ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, όταν επί δεκαετίες βρισκόταν μετέωρη, χωρίς αντίστοιχο σχεδιασμό, και τελείως απροστάτευτη στους κινδύνους των διεθνών οικονομικών εξελίξεων. Έτσι, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τη μυωπική αντίδραση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την οποία προκάλεσε η διεξαγωγή των Περιφερειακών Αναπτυξιακών Συνεδρίων, όπου μαζικά οι τοπικές κοινωνίες και οι παραγωγικοί φορείς τους κατέθεσαν συγκεκριμένες προτάσεις για το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, θεωρούμε θετικό ότι η Νέα Δημοκρατία τον τελευταίο καιρό, έστω δια των δηλώσεων στελεχών της, τάσσεται υπέρ της ύπαρξης ενός τέτοιου αναπτυξιακού σχεδίου. Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι είχαν την άποψη πως οι αγορές αυτορρυθμίζονται και το αόρατο χέρι της αγοράς μπορεί να διορθώσει τα πάντα».

Η δήλωση της τομεάρχη Οικονομίας και Ανάπτυξης της ΝΔ, Ντ. Μπακογιάννη:

«Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην ετήσια έκθεσή της επιβεβαιώνει αυτό που η Νέα Δημοκρατία επί μήνες υποστηρίζει: ότι η Ελλάδα είναι ουραγός σε όλη την Ε.Ε. στην ανάπτυξη, την κατανάλωση και την ευημερία. Ειδικότερα, το 2017 η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αυτή περιορίστηκε στο 1,4% έναντι 2,3% που ήταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης. Ακόμη χειρότερα, η χώρα μας αποκλίνει διαρκώς από τους Ευρωπαίους εταίρους της, αδυνατώντας να αξιοποιήσει τις θυσίες των Ελλήνων πολιτών στα χρόνια της κρίσης.

Η Κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί εδώ και δυόμιση χρόνια στην υποχρέωσή της να καταθέσει την ελληνική αναπτυξιακή πρόταση. Η καθυστέρηση αυτή, σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση, την ελλιπή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, τη συρρίκνωση καθώς και την αναποτελεσματική αξιοποίηση των δημοσίων επενδύσεων, οδηγούν την Ελλάδα σε απόλυτη στασιμότητα και της στερούν κάθε αναπτυξιακή προοπτική.

Η μόνη συγκεκριμένη πρόταση που έχει κατατεθεί και μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση είναι το  σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη».