Λούης Τίκας: Το παλικάρι του Λάντλοου που σκοτώθηκε σε μία από τις πιο αιματηρές επιθέσεις της εργοδοσίας στις ΗΠΑ

Πώς να ‘ναι άραγε να σηκώνεις στους ώμους σου το βάρος του κόσμου; Το ξέρεις όταν το κάνεις; Όταν το αίμα σου ποτίζει τη γη και προλαβαίνεις, αν προλαβαίνεις, πριν κλείσεις τα μάτια, να κοιτάξεις γύρω σου ψάχνεις να δεις αν υπάρχει κάποιο δέντρο, μην πάει χαμένο το αίμα; Σκέφτεσαι κάτι σαν αρπάζεις την πέτρα, ένα σφυρί, ένα ντουφέκι στο δρόμο της αλλαγής του κόσμου ή τελικά σε ωθεί μια βίαιη εσωτερική αγανάκτηση, η ανέχεια…

Τον κόσμο τον άλλαξαν άνθρωποι ρομαντικοί που ευτυχώς, λίγο πριν το τέλος γρανίτη φόρεσαν στα στήθη και στις καρδιές και ξεχύθηκαν στους δρόμους αδιαφορώντας για τους αριθμούς των εχθρών. Οι σιδερένιες φτέρνες των εκμεταλλευτών, δεν ήταν άτρωτες, ασχέτως αν ήταν σιδερένιες. Μπορεί να μην ηττήθηκαν από την πρώτη κιόλας μάχη αλλά πιο είπε πως η επανάσταση είναι μια βόλτα στην ηλιόλουστη οδό Νιέφκσι. Για να γυρίσει ο ήλιος, όντως θέλει δουλειά πολλή αλλά τελικά, γυρίζει όταν οι πολλοί ενώνονται. Η επονομασθείσα Σφαγή του Λάντλοου υπήρξε μία από τις αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ. Έλαβε χώρα στις 20 Απριλίου του 1914 στην πόλη Λάντλοου του Κολοράντο και ήταν το αποκορύφωμα της εργατικής καταπίεσης πάνω στα σώματα και τις ψυχές 12.000 ανθρακωρύχων της περιοχής.

Η οικογένεια Ροκφέλερ

Οι Ροκφέλερ ήταν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η ισχυρότερη οικογένεια της Αμερικής και ίσως ολόκληρου του κόσμου. Με καταγωγή από τη Γερμανία, ο πρόγονός τους Γιόχαν Πέτερ Ροκφέλερ μετανάστευσε στον (τότε) νέο κόσμο το 1723 και δεν το μετάνιωσε.

Η οικογένειά τους έκανε αμύθητη περιουσία κυρίως με το πετρέλαιο και εκατοντάδες άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Οι Ροκφέλερ ήταν κράτος εν κράτει στις ΗΠΑ. Ο λόγος τους ήταν πιο ισχυρός από τον αντίστοιχο του προέδρου και το δίκιο τους (όπως το έβλεπαν αυτοί ως τέτοιο) νόμος. Κανείς δεν τολμούσε να τους πάει κόντρα, πολλώ δε μάλλον να τους αντισταθεί.

Ο Ροκφέλερ που θα βρεθεί στη σημερινή μας ιστορία λέγεται Τζον Ντέιβιντσον Ροκφέλερ. Γεννήθηκε στο Ρίτσφορντ της Νέας Υόρκης. Αρχικά εργάστηκε ως λογιστής σε μικρές επιχειρήσεις. Το 1863 ίδρυσε το πρώτο διυλιστήριο πετρελαίου στο Κλίβελαντ και το 1870 ίδρυσε την Στάνταρντ Όιλ Κόμπανυ (Standard Oil Company). Σταδιακά η εταιρία του απέκτησε τον έλεγχο όλων των διυλιστηρίων του Πίτσμπεργκ, της Φιλαδέλφειας και της Βαλτιμόρης, έχοντας στα ταμεία της σε ρευστό περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς όπως τις μεταφορές, την σιδηρουργία, μεταλλουργία κ.α. Μέχρι το 1882 είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα από τα ισχυρότερα τραστ του κόσμου. Οι μέτοχοι όμως ξεκίνησαν δικαστική διαμάχη, και αφού κέρδισαν με δικαστικές αποφάσεις του 1882 και 1887, τον ανάγκασαν να διαλύσει την Standard Oil. Γρήγορα όμως κατάφερε να προσαρμοστεί στους αντιμονοπωλιακούς νόμους και να διατηρήσει στο ακέραιο την περιουσία του. Λογικό, αν αναλογιστεί κανείς πως επί των ημερών του, οι Έλληνες ανθρακωρύχοι στις στοές του πληρώνονταν μόλις 1,75 δολάρια για 12 ώρες δουλειάς. Οι αγαθοεργίες και η φιλανθρωπία ήταν ανέκαθεν η πιο όμορφη μάσκα όλων αυτών που ήθελαν να ξεπλύνουν βρώμικο χρήμα. Το 1913 αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις του και ίδρυσε, με αρχικό κεφάλαιο 500 εκατομμύρια δολάρια, το ίδρυμα Ροκφέλερ (Rockfeller Foundation) με σκοπό όπως είχε τονίζει «την προαγωγή της ευημερίας της ανθρωπότητας στον κόσμο». Είχε προηγουμένως, το 1901, ιδρύσει το Ινστιτούτο Ροκφέλερ για ιατρικές έρευνες, προφανώς επηρεασμένος από την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, την αλωπεκία. Δεν είχε φθάσει τόσο ψηλά από τύχη ή εργατικότητα, μόνο αφελείς θα το πίστευε αυτό. Καθόλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής τους δράσης είχε εξαγοράσει αμέτρητους δικαστές και πολιτικούς ενώ καμάρι του αποτελούσε ο ιδιωτικός στρατός μπράβων που διατηρούσε με στόχο την τρομοκράτηση των εργατών. Η μεγαλύτερη πολέμιος του ήταν η δημοσιογράφος Ιντα Τάρμπελ, η οποία κατάφερε με μια σειρά άρθρων να αποκαλύψει το μέχρι τότε κρυφό πρόσωπο του. Ο Τζον Ροκφέλερ δεν απάντησε ποτέ στις κατηγορίες της, απλώς φρόντιζε πάντα να λέει: «Αν πατήσω πάνω σε αυτό το σκουλήκι, θα τραβήξω απλώς την προσοχή του. Αν το αγνοήσω, θα εξαφανιστεί».

Ο Λούης Τίκας

Ο Λούης Τίκας, κατά κόσμον Ηλίας Σπαντιδάκης είχε γεννηθεί στα Λουτρά Ρεθύμνου και βρέθηκε μετανάστης στην Αμερική στις αρχές του 1900. Ο Τίκας ζούσε στο Ντένβερ και το 1910, όταν και έκανε τα χαρτιά του για να πάρει την αμερικάνικη υπηκοότητα, ήταν συνιδιοκτήτης καφενείου. Απέναντι από το μαγαζί του ήταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου και έγινε σύντομα μέλος τους. Αυτό μάλιστα δεν του επέτρεψε να γίνει αστυνομικός αφού θεωρήθηκε «ταραχοποιό» στοιχείο. Έτσι λοιπόν έγινε ανθρακωρύχος. Σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, ο Ρεθυμνιώτης πίστευε ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη και όχι του αφεντικού. Οι Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή του Κολοράντο τον αγαπούσαν και τον σέβονταν μιας και μιλούσε καλύτερα αγγλικά από όλους και τους εξυπηρετούσε στις περισσότερες συναλλαγές τους. Μέχρι το 1912 είχε αναδειχθεί σε σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος της Ένωσης Ανθρακωρύχων Αμερικής και πρωτοστάτησε στη μεγάλη απεργία που κράτησε 14 μήνες. Είχε κερδίσει τα «γαλόνια» του νωρίτερα, στις συμπλοκή του Λαφαγιέτ. Ο Τίκας και άλλοι 36 Έλληνες ανθρακωρύχοι συνεπλάκησαν με απεργοσπάστες και τσιράκια του Ροκφέλερ (στον οποίο ανήκαν τα ορυχεία) και παρότι τραυματίστηκε από σφαίρα, διέφυγε από την πίσω πόρτα ενός χαμόσπιτου. Ο Τίκας ήταν ήδη ένας ήρωας ανάμεσα στους εργάτες που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αύξηση στα μεροκάματα. Ο Τίκας ανήκε σε εκείνη την ριζοσπαστική μεν, μειοψηφία δε των Ελλήνων εργατών που από τη δεκαετία του 1910 συνδέθηκε με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου, το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ και με τις σοσιαλιστικές ομάδες όπως ήταν το Εργατικό Κόμμα. Υπήρχε όμως και μια πλειοψηφία που υποτακτικά βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών που γεννιόνταν μέσα στην ίδια την ελληνοαμερικανική μειονότητα και που τις περισσότερες φορές λειτουργούσαν ως απεργοσπάστες.

Ο Έλληνας «υποτακτικός»

Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό των υποτακτικών στον Ροκφέλερ ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάντα. Επρόκειτο για ένα είδος μαφίας: στην ελληνοαμερικάνικη εφημερίδα «Ο εργάτης», ο Σκλήρης είχε μεταφέρει τη νοοτροπία της οθωμανικής ρουσφετολογίας στην αμερικάνικη ήπειρο, έβρισκε ευτελείς και υπηρετικές δουλειές για τη συμμορία του και τη χρησιμοποιούσε για ρουφιανιές. Οι Έλληνες «του Σκλήρη» εργάζονταν για $1.75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,.50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν πράγματι μεσαιωνική: από το 1910 μέχρι το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά δυστυχήματα. Και τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ο Τίκας πρωτοστάτησε στον ξεσηκωμό τους και μάλιστα γύρισε και στα άλλα ορυχεία ώστε να καταγράψει τις συνθήκες που δούλευαν οι ανθρακωρύχοι και να συγκεντρώσει στατιστικά στοιχεία για τους τραυματισμούς και τους θανάτους. Σύντομα έγινε θρύλος ανάμεσα στους συναδέλφους του με το προσωνύμιο «Λούης ο Έλληνας». Αυτό όμως τον έβαλε στο μάτι του Τζον Ροκφέλερ και των ντόπιων υποτακτικών του.

Τα αιτήματα των απεργών

Η εργατική αναταραχή τα χρόνια που προηγήθηκαν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έλαβε αξιοσημείωτες διαστάσεις στις Δυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ. Όταν ένας συνδικαλιστής σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1913, οι εργαζόμενοι των ορυχείων CFI, που ανήκαν στην οικογένεια Ροκφέλερ, κατέβηκαν σε απεργία. Εκκένωσαν τους καταυλισμούς της επιχείρησης, όπου έμεναν, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τους χαμηλούς μισθούς και τις άθλιες συνθήκες εργασίας. Ο δείκτης θνησιμότητας για τους εργαζομένους της επιχείρησης ήταν διπλάσιος από τον εθνικό μέσο όρο

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1913 ξεκίνησε η μεγάλη απεργία των 13.000 ανθρακωρύχων στην πόλη Λάντλοου με κύρια αιτήματα:

– Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.

-Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.

-Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.

-Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.

-Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά στην ασφάλεια των ορυχείων και να καταργηθεί το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η απάντηση της εργοδοσίας

Η απάντηση της εταιρείας ήταν άμεση. Τους έκανε έξωση από τα σπίτια τους αλλά οι απεργοί έστησαν καταυλισμό έξω από τα ορυχεία ώστε να μην μπορούν να μπουν να δουλέψουν οι απεργοσπάστες. Όμως η σκληρότητα της οικογένειας Ροκφέλερ δεν θα σταματούσε εδώ. Η απεργία προκάλεσε την άγρια αντίδραση της οικογένειας Ροκφέλερ. Προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ «Μπάλντουιν-Φελτς», προκειμένου να τρομοκρατήσει τους απεργούς και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία. Το Πρακτορείο είχε σπουδαία φήμη σ’ όλη την Αμερική για την αποτελεσματικότητά του στην καταστολή απεργιών. Προμήθευσε την εργοδοσία με οπλισμένους φρουρούς, ελεύθερους σκοπευτές, πράκτορες, επαγγελματίες προβοκάτορες, ακόμη μ’ ένα τεθωρακισμένο όχημα με πολυβόλο.

Οι επιθέσεις των ανθρώπων της εργοδοσίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις κατασκηνώσεις, που εν τω μεταξύ είχαν στήσει οι απεργοί. Στις 17 Οκτωβρίου 1913 ένας απεργός σκοτώθηκε και δύο παιδιά τραυματίσθηκαν από τους πολυβολισμούς του τεθωρακισμένου οχήματος. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με τους απεργούς να μην υποχωρούν. Στις 28 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Απέστειλε την Εθνοφρουρά στο Λάντλοου για να επιβάλει την τάξη και να διαλύσει την απεργία.

Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λώζον και ο Λούης Τίκας που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκχαμ στη Γιούτα. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε κιόλας σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.

Η Εθνοφρουρά συνέχισε να κατατρομοκρατεί τους απεργούς, το ηθικό των οποίων χαλυβδωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Ύστερα από τρεις μήνες στασιμότητας, ο κυβερνήτης Άμονς αποφάσισε να αποσύρει την Εθνοφρουρά, μη αντέχοντας το κόστος διατήρησής της επί μακρόν στο πεδίο της μάχης. Τότε οι Ροκφέλερ προσφέρθηκαν να επανδρώσουν με δικό τους προσωπικό την Εθνοφρουρά. Ο κυβερνήτης, δεν αρνήθηκε, κάθε άλλο, προσέφερε κάθε “νόμιμη” διευκόλυνση. Η Εθνοφρουρά με τη νέα της σύνθεση αποφάσισε να ισοπεδώσει τις τεντουπόλεις, αν και ήταν σε χώρο ιδιοκτησίας των ανθρακωρύχων. Επελέγη η κατασκήνωση Λάντλοου, 30 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Τρίνινταντ. Το πρωί της 20ης Απριλίου οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ. Η επιλογή της ημέρας και της ώρας δεν ήταν τυχαία. Ο Ροκφέλερ ήξερε από τα τσιράκια του πως η ελληνική κοινότητα των ανθρακωρύχων γιόρταζε το Πάσχα .

Σκοτώθηκαν πάνω από 40 άτομα

Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ «το αγοράκι των Σνάιντερ, όπως γράφει, δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του.» Στις τέσσερις το απόγευμα τα πυρομαχικά των απεργών είχαν τελειώσει, κι όταν άρχισε να πέφτει το βράδυ η εθνοφρουρά εισέβαλλε στον καταυλισμό καίγοντας ό,τι έβρισκε μπροστά της. Ο επικεφαλής της επιχείρησης, ταγματάρχης Πάτ Χάμροκ, εφάρμοζε την τακτική του πολέμου με τους Ινδιάνους μιας είχε πάρει μέρος στην μάχη (σφαγή) του Wounded Knee). Δυο γυναίκες και έντεκα παιδιά πέφτουν νεκρά από την επιχείρηση εκκαθάρισης του Χάμροκ.

Αργά το απόγευμα ο Τίκας, ζήτησε εκεχειρία από την Εθνοφρουρά. Με μία λευκή σημαία στο χέρι φθάνει στο σημείο συνάντησης με τον υπολοχαγό Λίντερφελντ. Αντί εκεχειρίας ο Λίντερφελντ σηκώνει τον ντουφέκι του και χτυπά με τον υποκόπανο τον Τίκα συνθλίβοντάς του το κρανίο. Οι εθνοφρουροί δεν χάνουν καιρό. Αρχίζουν και πυροβολούν τον ουσιαστικά νεκρό και πεσμένο στο χώμα Τίκα για να σιγουρέψουν το χαμό του. Η σφαγή του Λάντλοου είχε ολοκληρωθεί…Είχε;

Οι εθνοφρουροί δεν επρόκειτο να σεβαστούν ούτε το άψυχο κορμί του Τίκα. Το πετούν πλάι στις σιδηροτροχιές έτσι ώστε να ειναι σε δημόσια θέα και απαγορεύουν στον οποιονδήποτε να το πάρει από εκεί. Το νεκρό σώμα του Έλληνα αγωνιστή θα μείνει άθαφτο κάτω από τον ουρανό για τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Το συνδικάτο των σιδηροδρομικών φωνάζει έλεος, και ο φιλάνθρωπος Ροκφέλερ, ο ιδρυτής του ινστιτούτου για ιατρικές έρευνες με στόχο «την προαγωγή της ευημερίας της ανθρωπότητας στον κόσμο», δίνει τη συγκατάθεσή του προκειμένου να θαφτεί ο Κρητικός ως άνθρωπος.

Δέκα ημέρες συγκρούσεων

Τα νέα διαδόθηκαν πιο γρήγορα και από τον άνεμο απ’ άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. Οπλισμένοι και αποφασισμένοι εργάτες από παρακείμενα ανθρακωρυχεία οργανώνονται και κινούνται εναντίον της εθνοφρουράς του Κολοράντο, πολλοί άνδρες της οποίας αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Ομάδες απεργών δυναμίτισαν ανθρακωρυχεία και κατέλαβαν πόλεις του Κολοράντο. Στο Κογκρέσο, ο σοσιαλιστής βουλευτής του Ουισκόνσιν Βίκτωρ Μπέργκερ ζήτησε απ’ τους εργαζομένους να πάρουν τα όπλα για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Έπειτα από 10 μέρες συγκρούσεων, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, ζήτησε την συνδρομή του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Ο ομοσπονδιακός στρατός που εστάλη στην περιοχή αφόπλισε τους απεργούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα ανθρακωρυχεία χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Μάλιστα, η εργοδοσία προχώρησε σε εκτεταμένες απολύσεις, αντικαθιστώντας τους απεργούς με μη συνδικαλισμένους εργάτες. Από την Εθνοφρουρά κανείς δεν διώχθηκε για τις επιθέσεις στους απεργούς και τις οικογένειές τους, που στοίχισαν τη ζωή σε συνολικά 66 ανθρώπους, ηλικίας από 2,5 έως 45 ετών. Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre».

Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλόπρεπες μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα. Οι σιδερένιες φτέρνες των εκμεταλλευτών, δεν ήταν άτρωτες, ασχέτως αν ήταν σιδερένιες. Μπορεί να μην ηττήθηκαν από την πρώτη κιόλας μάχη αλλά ποιος είπε πως η επανάσταση είναι μια βόλτα στην ηλιόλουστη οδό Νιέφκσι.