Νέα ευρήματα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης χρυσού στη Χαλκιδική

Σε σημαντικά ευρήματα που αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά τις καταστροφικές περιβαλλοντικές συνέπειες των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στη Χαλκιδική κατέληξαν νέες επιστημονικές μελέτες που παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση που διοργάνωσε πριν λίγες μέρες η Αντιεξουσιαστική Κίνηση Θεσσαλονίκης αναφορικά με την εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές.

Σύμφωνα με τις μελέτες, στο παράκτιο περιβάλλον και στο επιφανειακό αλλά και στο υπόγειο νερό στην περιοχή της Χαλκιδικής εντοπίστηκαν ρυπαντικά φορτία πολύ μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα όρια διεθνών οργανισμών. Ως αιτίες παρουσιάζονται η ανθρωπογενής πίεση αλλά και η βιομηχανική δραστηριότητα σε μια περιοχή που ως γνωστόν δέχεται πιέσεις από τη μεταλλευτική βιομηχανία.

Στη συνέχεια, παρουσιάζουμε αναλυτικά μερικά από τα σημαντικότερα συμπεράσματα των μελετών*:

Α. ΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Απόβλητα: Οι μεταλλευτικές δραστηριότητες παράγουν μεγάλες ποσότητες αποβλήτων σε όλη τη διαδικασία απομόνωσης του ορυκτού. Στα απόβλητα αυτά υπάρχουν υποπροϊόντα τα οποία χαρακτηρίζονται από βαρέα μέταλλα, σε μεγάλες συγκεντρώσεις, και επικίνδυνα προς το οικοσύστημα. Επομένως μία άμεση απειλή αποτελεί η διάχυσή στο περιβάλλον σε τυχόν αστοχία των δεξαμενών τελμάτων. Παρά το γεγονός ότι όλες οι τεχνικές μελέτες υπεραμύνονται της άρτιας απομόνωσης των δεξαμενών τελμάτων οι διαρροές είναι πραγματικότητα εξαιτίας πλήθους παραγόντων π.χ. τεράστιο κόστος συνεχούς συντήρησης που συνήθως οι βιομηχανίες παρακάμπτουν, σεισμική δραστηριότητα που οδηγεί σε αστοχίες, πλημμυρικά επεισόδια από έντονες βροχοπτώσεις και λιώσιμο του χιονιού.

Ποιότητα και χρήση του νερού: Η ποιότητα του νερού και η διαχείριση της χρήσης του στις εξορυκτικές θέσεις είναι ένα σοβαρό ζήτημα. Ως προς την ποιότητα του νερού, η εξόρυξη και η επεξεργασία ορυκτών, μετάλλων και μεταλλικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα το υδατικό διαθέσιμο να καταλήξει σε όξινα ή αλκαλικά αποστραγγίσματα. Οι όξινες απορροές είναι το αποτέλεσμα της οξείδωσης των θειούχων ορυκτών με τη δράση του νερού, του οξυγόνου και των υπαρχόντων βακτηρίων. Χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά χαμηλό pH και υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων και τοξικών μετάλλων όπως επίσης και θειϊκών ιόντων, τα οποία ρυπαίνουν μεγάλες εκτάσεις εδαφών και επιφανειακά/υπόγεια υδατικά συστήματα. Από την άλλη τα αλκαλικά αποστραγγίσματα (υψηλό pH) δεσμεύουν τοξικούς ρυπαντές σε αλκαλικές ενώσεις (δηλαδή αλάτια) επιτρέποντας την μεταφορά τους μέσω της υπόγειας ροής σε μεγάλες αποστάσεις μακριά από το σημείο που παράγονται. Ως προς τη διαχείριση της χρήσης του νερού, η μείωση της διαθεσιμότητας των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων είναι χαρακτηριστικό στις εξορυκτικές θέσεις ειδικά σε άνυδρες περιοχές ή σε περιοχές υψηλού γεωργικού δυναμικού. Ο χημικός τύπος του νερού χαρακτηρίζεται από πετρώματα από τα οποία περνάει αλλά και από το χρόνο παραμονής του στους υπόγειους υδατικούς διαδρόμους. Δεδομένου ότι οι ανάγκες της μεταλλευτικής βιομηχανίας σε καθαρό νερό είναι υψηλές καλύπτονται τόσο από το υπόγειο όσο και από το επιφανειακό διαθέσιμο δυναμικό. Ως προς το υπόγειο οι επιπτώσεις είναι σε δύο επίπεδα. Αφενός μεγάλες ποσότητες πιο καθαρού νερού απομακρύνονται από υδατικό ισοζύγιο επιστρέφοντας μετά την επεξεργασία τους ως πιο ρυπασμένο νερό. Αφετέρου οι έντονες υδρομαστεύσεις του υπόγειου φορέα (πλήθος γεωτρήσεων) καταργούν υδατικούς διαδρόμους οδηγώντας το νερό σε υπόγεια μονοπάτια πιο δύσκολα για αυτό (διαταράσσεται η υδραυλική ισορροπία). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη παραμονή του στον υπόγειο υδροφορέα και άρα την πιο έντονη αλληλεπίδρασή του με το πέτρωμα. Εδώ πρόκειται για μία φυσική ρύπανση μεν η οποία όμως ωθείται από ανθρωπογενείς πιέσεις.

Χρήσεις γης και βιοποικιλότητα: Η καταστροφή των ενδιαιτημάτων αποτελεί ένα βασικό κίνδυνο της βιοποικιλότητας στις μεταλλευτικές περιοχές. Οι πιέσεις που ασκούνται στο οικοσύστημα είναι έντονες καταλύοντας την ισορροπία ακόμη και αν είναι παροδικές.

Ποιότητα του αέρα: Οι αέριες εκπομπές μπορεί να συμβούν σε κάθε στάδιο της εξόρυξης (ανάπτυξη, κατασκευή και λειτουργία εξορυκτικών εγκαταστάσεων). Οι κύριες πηγές περιλαμβάνουν σκόνη που διαφεύγει μετά από ανατινάξεις, εκτεθειμένες επιφάνειες όπως εγκαταστάσεις διάθεσης υπολειμμάτων, χωματερές, αλυσίδες μεταφοράς, και σε μικρότερο βαθμό, οι εκπομπές καυσίμων για τη λειτουργία του εξοπλισμού και την κίνηση των οχημάτων.

Β. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Η λεκάνη απορροής του κόλπου της Ιερισσού στη Χαλκιδική χαρακτηρίζεται από ένα δυναμικό γεωμορφολογικό καθεστώς με απότομες πλαγιές και πυκνό υδρογραφικό δίκτυο (μεγάλα ποτάμια και χειμάρρους). Ο Κοκκινόλακας αποτελεί το σώμα του υδρογραφικού δικτύου με μόνιμη ροή όλο το χρόνο. Οι χρήσεις γης που κυριαρχούν είναι οι δασικές εκτάσεις ενώ ακολουθούν οι γεωργικές εκτάσεις. Οι εξορυκτικές δραστηριότητες καταλαμβάνουν το μικρότερο ποσοστό απ’ ότι ο παραδοσιακός παραγωγικός τομέας. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει ανάγκη για μια ποικιλία εργασιών σχετικά με το γεωχημικό καθεστώς της περιοχής (έδαφος, νερό , αέρας) και της αλληλεπίδραση με τους κατοίκους και τις δραστηριότητές τους (αλιεία, την κτηνοτροφία, τη γεωργία), μόνο λίγες μελέτες έχουν δημοσιευθεί που καταδεικνύουν τις υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων σε ιζήματα και νερά.

Η χημισμός του νερού του υπόγειου υδροφορέα είναι σε ευθυγράμμιση με το γεωλογικό υπόβαθρο στο οποίο κυκλοφορεί. Ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις η συγκέντρωσή του σε βαρέα μέταλλα είναι ιδιαίτερα υψηλή (As, Sb, Cr, Ni, Cd, Pb, Mn, Fe). Η έλλειψη δεδομένων δεν δίνει την δυνατότητα να εκτιμηθεί αν αυτοί οι υδατικοί διάδρομοι είχαν σταθερά αυτή τη χημική ταυτότητα ή  έχουν μεταβληθεί λόγω των πυκνών γεωτρήσεων. Δεδομένου ότι στην περιοχή σημαντικά ποσοστά χρήσεων γης αντιστοιχούν στον αγροκτηνοτροφικό τομέα αυτές οι πληροφορίες για το αρδευτικό νερό είναι επιβεβλημένες καθώς αποτελεί το νερό εισαγωγής στον παραγωγικό τομέα και άρα των χαρακτηριστικών του στο τελικό παραγόμενο προϊόν. Σχετικά με το πόσιμο νερό δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα μία μόνιμη κατάσταση ρυπασμένου νερού αλλά κυρίως επεισόδια. Δηλαδή περίοδοι που σε ορισμένες περιοχές (Παλαιοχώρι, Νεοχώρι, Γομάτι) το νερό ξεπερνά τις αποδεκτές τιμές. Το γεγονός ότι τα επεισόδια αυτά εμφανίζονται κυρίως το καλοκαίρι συνδέεται με το χαμηλό ταμιευτήρα του υπόγειου νερού τους μήνες αυτούς λόγω της μείωσης των βροχοπτώσεων. Φαίνεται λοιπόν πως η διαθεσιμότητα του νερού είναι ένας βασικός παράγοντας που καθορίζει την χημεία του. Επομένως οι παράγοντες που συντελούν στην μείωση της διαθεσιμότητας είναι υπεύθυνοι για την αύξηση του ρυπαντικού φορτίου. Τέτοιοι παράγοντες είναι φαινόμενα υπεράντλησης (π.χ. γεωτρήσεις), μείωση της δυνατότητας του εδάφους να συγκρατήσει το νερό και να το διοχετεύσει στον υπόγειο υδροφορέα (π.χ. αποψίλωση δασικών περιοχών), κλιματική αλλαγή (π.χ. μείωση βροχοπτώσεων, κυρίως καταιγίδες και όχι βροχές). Το γεγονός ότι τα επεισόδια αυτά εμφανίζονται στις συγκεκριμένες περιοχές δεν είναι τυχαίο. Το συγκεκριμένο γεωλογικό υποσύστημα χαρακτηρίζεται από μία έντονη υπόγεια υδροθερμική δραστηριότητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παράγει συνεχώς διαλυμένο ρυπαντικό φορτίο πιο εύκολα από τις υπόλοιπες περιοχές όπου δεν υπάρχει τέτοιου τύπου δραστηριότητα. Επομένως όταν το καθαρό της βροχής μειώνεται αμέσως εμφανίζεται το «βρώμικο» νερό.

Το επιφανειακό νερό φαίνεται πως αυτή τη στιγμή είναι ο κύριος αποδέκτης των μηχανισμών ρύπανσης. Ο Κοκκινόλακας είναι το κύριο ποτάμι που αποστραγγίζει εξορυκτικές θέσεις. Οι συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων που εμφανίζει είναι ιδιαίτερα υψηλές. Οι λόγοι αφορούν κυρίως την αλληλεπίδραση του νερού με το εδαφικό υλικό και τη αποδέσμευση τοξικών ρυπαντών και όχι καθαυτή τη διάθεση ρυπασμένου φορτίου στο ποτάμι (αυτή η περίπτωση δεν αποκλείεται αλλά δεν είναι αυτή που καθορίζει το χημισμό του νερού). Η ευθύνη που προκύπτει εδώ είναι οι μεγάλες ποσότητες τοξικής σκόνης υψηλού διαμελισμού. Συγκεκριμένα, τα βαρέα μέταλλα των ορυκτών βρίσκονται σε δεσμούς που δεν είναι εύκολο να σπάσουν από φυσικές διεργασίες. Όταν όμως τα ορυκτά διαχωρίζονται σε κλάσματα μικρής διαμέτρου τότε εκτίθενται σαφώς περισσότερο στις φυσικές διεργασίες χωρίς να μπορούν να διατηρήσουν τους δεσμούς τους και έτσι απελευθερώνονται στο οικοσύστημα. Επομένως η αιτία της ρύπανσης δεν είναι η αλληλεπίδραση του νερού με το εδαφικό υλικό αλλά σε πρωταρχικό επίπεδο οι διεργασίες που οδηγούν στην απελευθέρωση της λεπτής σκόνη. Αυτή η λεπτή σκόνη είναι που οδηγεί και στην ρύπανση του αέρα. Η αέρια ρύπανση μάλιστα είναι ακόμη πιο σημαντική. Αυτό γιατί, στη Χαλκιδική τουλάχιστον μέχρι τώρα, οι ποσότητες νερού είναι μεγάλες με αποτέλεσμα να δίνουν την δυνατότητα «διαχειριστικών» πλάνων.

Ο αέρας όμως φορτίζεται συνεχώς. Η σκόνη μπορεί να διεισδύσει στον άνθρωπο μέσω διάφορων βιοχημικών οδών. Πρώτα απ’ όλα μέσω της αναπνοής όπου το λεπτό αυτό υλικό επικάθεται και συσσωρεύεται στους πνεύμονες. Ιδιαίτερο κίνδυνο έχουν τα μικρά παιδιά που το ανοσοποιητικό τους σύστημα, όσον αφορά τους πνεύμονες και το δέρμα, δεν έχει αναπτυχθεί και δεν μπορούν να αντισταθούν στην τοξική δράση αυτών των στοιχείων. Επιπλέον τα παιδιά είναι μία ομάδα όπου λειτουργεί αυθόρμητα χωρίς να έχει αναπτύξει την συνείδηση να μην ακουμπούν τα χέρια τους στο πρόσωπό τους και το στόμα τους. Έτσι καθώς συνεχώς παίζουν, τρέχουν, λερώνονται έρχονται σε πολύ πιο έντονη επαφή με τη λεπτή αυτή σκόνη που περνάει πιο εύκολα λόγω των συνήθειών τους. Μάλιστα η επιστημονική κοινότητα έχει προτείνει ειδικά παιδαγωγικά προγράμματα στα σχολεία μεταλλευτικών περιοχών ακριβώς για εκπαιδεύονται τα παιδιά να μην πιάνουν το πρόσωπό τους, να μην βάζουν τα χέρια στο στόμα και τα πλένουν πολύ συχνά. Ένας άλλος βιοχημικός δρόμος που εισάγεται αυτή η τοξική σκόνη είναι η τροφή. Τα ζώα ελευθέρας βοσκής τρέφονται απευθείας με τα χορτάρια όπου έχει επικαθίσει αυτή η σκόνη, όχι μόνο από τον αέρα αλλά και από τα πλημμυρικά επεισόδια. Δεδομένου ότι στο γάλα μεταβολίζονται σχεδόν όλες οι ουσίες η χημική ταυτότητα της τροφής περνά στο γάλα και τα παράγωγά του. Το ίδιο ισχύει και για το μέλι ή τα λαχανικά αν δεν υπάρχει επαρκές πλύσιμο.

Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχουν εργασίες που να αναφέρονται σε αυτή τη πολύ λεπτή σκόνη (με επιστημονικούς όρους PM2.5, PM1.5 και κάτω, δηλαδή η διάμετρος του κόκκου) ενώ στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων της εταιρίας έχουν κατατεθεί μόνο στοιχεία για PM10 (μεγάλοι κόκκοι που ούτως η άλλως δεν πάνε μακρυά από τον αέρα λόγω του βάρους τους) που δεν καλύπτουν τις επιστημονικές απαιτήσεις.

Γ. Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ

Η νότια Ευρώπη και η μεσόγειος αντιμετωπίζουν δυσοίωνες προοπτικές όσον αφορά τις διακυμάνσεις του κλίματος και του περιβάλλοντος στο μέλλον. Το υδρολογικό καθεστώς τους συνδέεται στενά με την εποχιακή κατανομή των βροχοπτώσεων. Ωστόσο, οι τρέχουσες τάσεις στο κλίμα υποδηλώνουν μια μείωση των βροχοπτώσεων και σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Η καταγεγραμμένη μείωση των βροχοπτώσεων την περίοδο 1900-2005 ακολουθείται από μία εκτίμηση περεταίρω μείωσης της τάξης του 20% στο τέλος του αιώνα με τις θερμοκρασίες να εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από 2.2°C-5.1°C (IPCC, 2007). Συγκεκριμένα την περίοδο 2010–2039 η αύξηση της θερμοκρασίας εκτιμάται 1–3°C (Lelieveld, J et al. 2012). Συνοπτικά λοιπόν, η μείωση των κατακρημνίσεων, με την παράλληλη αύξηση της θερμοκρασίας, θα προκαλέσει μία εκτεταμένη υδατική καταπόνηση και μια συνολική υποβάθμιση στο σύστημα νερό-αέρας-έδαφος. Οι επιπτώσεις θα είναι εμφανής σε όλες τις ανθρώπινες δομές, όπως η γεωργία και η αλιεία, ο τουρισμός, ην ανθρώπινη υγεία, ο ενεργειακός τομέας (PlanBleu and the European Investment Bank 2008). Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο ναυπάρχουν ολοκληρωμένα προγράμματα, προκειμένου να διερευνηθεί η ανταπόκρισητης περιοχής της Χαλκιδικής στις εκτιμώμενες περιβαλλοντικές αλλαγές (δεδομένου ότι σε ορισμένες περιοχές ήδη εμφανίζει υψηλούς ρυπαντικούς δείκτες) με τελικό στόχο την οχύρωση της πολύ σημαντικής οικολογικής και παραγωγικής υπογραφής αυτής της περιοχής.

– Τέλος, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η Χαλκιδική δεν είναι η μοναδική περιοχή στο χάρτη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως από την βόρεια μεριά είναι το σύστημα της Κορώνειας-Βόλβης με έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα, ανατολικά η λεκάνη του Στρυμόνα με έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα ενώ δυτικά η Θεσσαλονίκη με σημαντική βιομηχανική ζώνη. Βλέπουμε λοιπόν πως σε όλες αυτές τις περιοχές ο σχεδιασμός αποσπασματικών χρήσεων γης (μεταλλεία, γεωργία, βιομηχανία) οδηγεί σε σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή δεν ξέρουν ποιες θα είναι οι μελλοντικές επιπτώσεις.

*Τα παραπάνω συμπεράσματα βασίστηκαν στις παρακάτω επιστημονικές μελέτες:

1. Chantzi P., et al, 2016. Isotope Geochemistry Survey in Ierissos Gulf Basin, North Greece, IOP Conf. Ser.: Earth Environ. Sci. 44 052036.

2. Efstratios Kelepertzis 2013. Heavy Metals Baseline Concentrations In Soft Tissues Of Patella Sp. From The Stratoni Coastal Environment, Ne Greece”

3. Kelepertzis Ε., Argyraki Α., Daftsis Ε., 2012. Geochemical signature of surface water and stream sediments of a mineralized drainage basin at NE Chalkidiki, Greece: A pre-mining survey,  Journal of Geochemical Exploration, Volume 114, Pages 70-81

4. F.K. Pappa, C. Tsabaris, A. Ioannidou, D.L. Patiris, H. Kaberi, I. Pashalidis, G. Eleftheriou, E.G. Androulakaki, R. Vlastou, 2016. Radioactivity and metal concentrations in marine sediments associated with mining activities in Ierissos Gulf, North Aegean Sea, Greece, Applied Radiation and Isotopes, Volume 116, October 2016, Pages 22-33