Αλ. Τσίπρας: Είμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας

Τη σημασία που έχει η ανάδειξη ενός νέου οράματος συνεργασίας, διαλόγου και εξεύρεσης λύσεων απέναντι στη λογική της αδράνειας, της εθνικής περιχαράκωσης και του εθνικισμού που ενισχύονται ως απάντηση στις παγκόσμιες και περιφερειακές προκλήσεις, υπογράμμισε ο Αλέξης Τσίπρας με την ομιλία του στην 55η Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο.

Κατακλείδα της τοποθέτησης του πρωθυπουργού: «Η ιστορία δεν είναι γραμμένη από εκείνους που διστάζουν, εκείνους που φοβούνται και μπλοκάρουν μπροστά στις προκλήσεις», αλλά ότι «η ιστορία γράφεται από αυτούς που τολμούν να φέρουν αλλαγές και να σταθούν, παρά τις αντιδράσεις, στη σωστή πλευρά της ιστορίας». «Είμαι πολύ περήφανος και πεπεισμένος ότι εγώ και ο Ζόραν βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας», σημείωσε ο κ. Τσίπρας παρόντος του Ζόραν Ζάεφ ο οποίος θα έπαιρνε τον λόγο στη συνέχεια, σε αυτό το φορμάτ στο πλαίσιο της Διάσκεψης, που διοργανώθηκε από τη Διάσκεψη με πρωταγωνιστές τα δύο τιμώμενα πρόσωπα, τον Έλληνα πρωθυπουργό και τον πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας, στους οποίους απονέμεται απόψε το βραβείο Ewald von Kleist.

Μέσα από το παράδειγμα της συμφωνίας των Πρεσπών, με την οποία έληξε μια διαμάχη τριών δεκαετιών, με «αμοιβαία επωφελή τρόπο» για τις δύο χώρες, χωρίς κανείς να τα κερδίζει όλα και χωρίς όμως κανείς να ηττάται, όπως ανέφερε, ο Αλέξης Τσίπρας εξέφρασε την οπτική ότι η επίλυση διαφορών και συγκρούσεων προς όφελος δύο λαών και ενός μέλλοντος ευημερίας τους, συνιστά επαναδιεκδίκηση του πατριωτισμού. «Αυτή η συμφωνία ήταν ένα πατριωτικό καθήκον και είναι πιο πατριωτικό να πιστεύεις ότι οι επόμενες γενιές πρέπει να δουλέψουν και να ζήσουν σε ένα ευημερεύον μέλλον, από το να πιστεύεις ότι πρέπει να ζούμε σε σύγκρουση», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

«Το όραμα μου είναι κρυστάλλινο: Πιστεύω βαθύτατα ότι η ιστορία δεν πρέπει να γράφεται από εκείνους που επενδύουν στον φόβο και τις διαιρέσεις, αλλά από εκείνους που έχουν το θάρρος και το στρατηγικό όραμα να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων», είπε ο κ. Τσίπρας για να τονίσει ότι «η ηγεσία δεν είναι θέμα κοντόφθαλμων πολιτικών μηχανισμών ή βραχυπρόθεσμων πολιτικών κερδών, αλλά το να δημιουργείς ευκαιρίες για τις επόμενες γενιές, προς ένα ευημερούμενο μέλλον». Υπό αυτό το πρίσμα αναφέρθηκε και στην οικονομία και την έξοδο από την κρίση, τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, την επίλυση του ονοματολογικού της γειτονικής χώρας, τις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις.

Στην ομιλία του ο Αλέξης Τσίπρας εξέφρασε τη θέση ότι «η ανθρωπότητα αναπτύχθηκε μέσω της συνεργασίας και όχι από την εχθρότητα και την καχυποψία», αναπτύχθηκε «βρίσκοντας, σε κάθε περίσταση, τα πράγματα που μας ενώνουν, παρά εκείνα που μας χωρίζουν». Αυτός είναι και ο δικός του τρόπος λειτουργίας, είπε. Επισήμανε ότι οι καιροί αλλάζουν γρήγορα και διαρκώς και είπε πως η άποψη του είναι ότι «το κύριο καθήκον μας ως ηγέτες είναι να αγκαλιάσουμε αυτήν την αλλαγή, να αρχίσουμε να δουλεύουμε στενά, αποτελεσματικά, θαρραλέα, προκειμένου να βρούμε κοινές και εποικοδομητικές λύσεις προς όφελος των λαών μας».

Σε αυτό το πλαίσιο έστειλε το μήνυμα ότι δεν πρέπει να αποδεχτούμε και να συμορφωθούμε με μια λογική για ένα μέλλον όπου θα υπερισχύει ο μονομερής απομονωτισμός, η περιχαράκωση, ο εθνικισμός εις βάρος της πολυμέρειας και ενός ευημερούντος μέλλοντος που μπορεί να έρθει μέσα από τη συνεργασία.

«Κανένας αληθινός ηγέτης δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη για συλλογικές απαντήσεις»

Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι στην παγκόσμια κοινότητα, δεν μπορεί να υπάρξει αεροστεγές μέλλον για καμία χώρα, «καμία χώρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις προκλήσεις, κανένας αληθινός ηγέτης δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη για συλλογικές απαντήσεις».

Τόνισε τη σημασία της Διάσκεψης για τη Ασφάλεια του Μονάχου, «σε μια περίοδο κατά την οποία τα ζητήματα ασφάλειας καθίστανται ολοένα και πιο σημαντικά και πολύπλοκα για την καθημερινή ζωή των πολιτών μας και το κοινό μας μέλλον».

Είπε ότι η πιο σημαντική τάση που ξεδιπλώνεται στις παγκόσμιες, αλλά ιδιαίτερα ευρωπαϊκές, πολιτικές, κοινωνικές και διπλωματικές εξελίξεις, «είναι η ενίσχυση της εθνικής περιχαράκωσης και του εθνικισμού ως απάντηση στις παγκόσμιες και περιφερειακές προκλήσεις. Από την οικονομία, την ασφάλεια και τη μετανάστευση, μέχρι διμερή θέματα». «Μου φαίνεται σαν να σπρώχνουμε τους τροχούς της ιστορίας προς τα πίσω. Σαν να γυρίζουμε την πλάτη μας στο πιο πολύτιμο μάθημα που μας δίδαξε η κοινή ιστορία μας ως δυτικές κοινωνίες. Και αυτό είναι ότι η πρόοδος έρχεται μέσω συλλογικής προσπάθειας, διαλόγου, συνεργασίας και εξεύρεσης κοινού εδάφους», σημείωσε.

Τόνισε ο πρωθυπουργός ότι η απόρριψη της πολυμέρειας υπέρ της μονομερούς απομόνωσης, «το να κλωτσάς το τενεκεδάκι παρακάτω στον δρόμο», δεν προστατεύει μακροπρόθεσμα το εθνικό συμφέρον και ότι έρχεται εις βάρος των εθνικών συμφερόντων. «Αυτή η τάση είναι καταστροφική. Δημιουργεί ένα ατελείωτο αδιέξοδο σε θέματα που απαιτούν επειγόντως μια λύση», είπε, προσθέτοντας ότι «μακροπρόθεσμα, δημιουργεί μια απειλή στη σταθερότητα για την ίδια την ΕΕ, η οποία έχει οικοδομηθεί με βάση τη συνεργασία και τον συμβιβασμό ανάμεσα σε διαφορετικά συμφέροντα». Υπενθύμισε ότι ο εθνικισμός, όχι πριν από πολύ καιρό, πυροδότησε περιφερειακές συγκρούσεις στην αυλή της ΕΕ.

Απαντώντας στην άποψη ότι αυτή η τάση είναι βαθιά ριζωμένη στις κοινωνίες μας και ότι πρέπει απλώς να ζήσουμε με αυτό και να προσαρμοστούμε, σημείωσε ότι «αυτή είναι μια επικίνδυνη υπόθεση». Ανέφερε ότι οι κοινωνίες μας αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις από την κοινωνική αδικία, το χάσμα πλούτου, τη λιτότητα, τη μετανάστευση, την τρομοκρατία ή την κλιματική αλλαγή, προκλήσεις που δημιουργούν ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας και άγχους για το μέλλον. Αυτές οι προκλήσεις, συνέχισε, οδηγούν ιδιαίτερα εκείνους που αισθάνονται ότι χάνουν από την παγκοσμιοποίηση, «να οχυρωθούν πίσω από την εθνική, εθνοτική, φυλετική ή σεξουαλική τους ταυτότητα».

«Αλλά η άποψή μου είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις με βάση τις αξίες μας. Να μην προσαρμοστούμε. Δεν πρέπει να δεχτούμε ότι αυτό είναι το νέο μέλλον», τόνισε. Εξήγησε ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με παραδοχή συλλογικής αποτυχίας να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις με βάση τις αξίες μας. «Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Δεν μπορούμε να αφήσουμε αυτήν την τάση, να είναι κανόνας. Είναι συλλογικό μας καθήκον, ως ηγέτες, ως κοινωνίες, να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη μεταξύ μας και του λαού μας, να βρούμε κοινό έδαφος και να επενδύσουμε στη συνεργασία», σημείωσε ο πρωθυπουργός.

«Ποτέ δεν αναζήτησα λύσεις που θα οδηγούσαν σε εθνική περιχαράκωση»

Τόνισε ότι το δικό του modus operandi βασίζεται στην πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα αναπτύχθηκε μέσα από τη συνεργασία και όχι την εχθρότητα, για να δηλώσει «πολύ υπερήφανος που τα γεγονότα μιλούν για τον εαυτό τους όταν πρόκειται για την Ελλάδα». «Ποτέ δεν αναζήτησα λύσεις που θα οδηγούσαν σε εθνική περιχαράκωση. Πάντα πίστευα ότι είναι αναποτελεσματική, αλλά και βαθιά προσβλητική για την ιστορία και την παράδοση της χώρας μου», υπογράμμισε. «Η χώρα στην οποία γεννήθηκε η δημοκρατία και οι ρίζες του δυτικού πολιτισμού, δεν μπορεί και δεν θα συμμορφωθεί με μια τάση που υπονομεύει την ίδια τη βάση της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού», είπε.

«Ξεπεράσαμε μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση μέσα από σκληρές διαπραγματεύσεις»

Υπό τα παραπάνω δεδομένα, ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι οι προσπάθειες της κυβέρνησης είναι επικεντρωμένες σε μια διαφορετική οπτική. Φέρνοντας ως παράδειγμα την οικονομία, είπε ότι «ξεπεράσαμε μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση μέσα από σκληρές διαπραγματεύσεις, σκληρή δουλειά και εποικοδομητικούς συμβιβασμούς». Είπε ότι αυτό έγινε «πάντα μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και τους θεσμούς του» και πως σίγουρα «δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την προσπάθειά μας να μεταρρυθμίσουμε, να ανδιαμορφώσουμε αυτούς τους θεσμούς, να τους καταστήσουμε πιο αποτελεσματικούς, πιο δημοκρατικούς και πιο περιεκτικούς, αν αποφασίζαμε να τους απορρίψουμε».

«Αυτή ήταν η διαφορά μας. Αναλάβαμε δράση, δεν αγκαλιάσαμε την αδράνεια. Τελειώσαμε μια διαμάχη τριών δεκαετιών»

Μιλώντας για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, αναφέρθηκε βεβαίως στην επίλυση «μιας διαμάχης τριών δεκαετιών με τη Βόρεια Μακεδονία, συνεργαζόμενοι μαζί τους για την επίτευξη μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης, τη Συμφωνία των Πρεσπών». Είπε ότι αυτή η διαμάχη είναι ένα «αντικείμενο μελέτης για το πού η εθνική απόσυρση και ο απομονωτισμός μπορεί να οδηγήσουν».

Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι για 27 χρόνια, αυτοί οι πολύ λίγοι, οι οποίοι τολμούσαν να προσεγγίσουν το ζήτημα με έναν εποικοδομητικό και δημιουργικό τρόπο και να εργαστούν για μια λύση, ήταν αναγκασμένοι να λειτουργήσουν μέσα σε ένα δηλητηριασμένο και τοξικό πλαίσιο, στο οποίο κυριαρχούσε ο εθνικισμός στην κάθεμιά πλευρά των συνόρων». Σχολίασε ότι τελικά εγκλωβίστηκαν σ’ αυτή τη λογική, «χωρίς να μπορούν να βρουν το θάρρος και την πολιτική βούληση να σταθούν, με αίσθηση του πατριωτισμού και να εργαστούν αποφασιστικά για μια λύση».

«Αυτή ήταν η κύρια διαφορά μας. Δεν είπαμε μόνο λόγια. Δεν αγκαλιάσαμε την αδράνεια. Αναλάβαμε δράση με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό με τους γείτονές μας. Και τελικά καταλήξαμε σε μια συμφωνία που ήταν η καλύτερη για τη χώρα μας, για τα Βαλκάνια, για την Ευρώπη», τόνισε.

«Η Ελλάδα επέμεινε σε λύσεις με την Τουρκία, που προστατεύουν το διεθνές δίκαιο»

Αναφερθείς στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, επισήμανε πως ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας που επισκέφθηκε την Τουρκία τρεις φορές μέσα σε 6 μήνες. «Η Ελλάδα επέμεινε σε λύσεις με την Τουρκία, που προστατεύουν το διεθνές δίκαιο. Και μαζί με την Τουρκία και τους εταίρους μας στην ΕΕ, αναπτύξαμε τη δύσκολη αλλά αναγκαία δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, η οποία οδήγησε σε ταχεία μείωση των θανάτων στο Αιγαίο και παράνομων ροών», είπε.

Πρόσθεσε ότι «παράλληλα, βρεθήκαμε κοντά σε επίλυση του Κυπριακού και θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ».

«Προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο και στο διάλογο που ξεκινήσαμε με την Αλβανία», είπε, προσθέτοντας ότι είναι μια χώρα που πρέπει να έχει μια ευρωπαϊκή προοπτική με βάση τις σχέσεις καλής γειτονίας και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. «Προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο με την Τουρκία. Παρά τη δύσκολη περίοδο που ακολούθησε την αποτρόπαια απόπειρα πραξικοπήματος, αρνηθήκαμε να δεχτούμε ότι το μέλλον του Αιγαίου είναι ένταση και στρατιωτική κλιμάκωση. Και ήμουν ο πρώτος πρωθυπουργός που φιλοξένησε Τούρκο Πρόεδρο στην Ελλάδα μετά από 65 χρόνια», είπε.

«Δεν υπάρχει λύση αν πιστεύουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε με διαχωρισμούς»

Απαντώντας σε ερωτήματα της συντονίστριας, ο πρωθυπουργός εξέφρασε τη θέση ότι όλοι πρέπει να παίρνουν μαθήματα από την Ιστορία, να μην επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. «Δεν υπάρχει λύση αν πιστεύουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε με διαχωρισμούς ή αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει λόγος να λύσουμε διαφορές», τόνισε. Ανέφερε ότι οι βαλκανικές χώρες πρέπει να αντιληφθούν την αναγκαιότητα της συνεργασίας, πρέπει να εργαστούν για να είναι μέλη της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας και η Ευρώπη πρέπει να βοηθήσει αυτές τις χώρες για να γίνουν μέλη της. Ανέφερε ότι πρέπει να συνεχίσουν τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δικαιοσύνης, των μειονοτήτων, και από την πλευρά της η ΕΕ πρέπει να δώσει καθαρά σημάδια ότι αν προχωρήσουν σε αυτά θα γίνουν μέλη της οικογένειας.

«Η Ιστορία θα μας δικαιώσει»

Αναφερόμενος στη συμφωνία των Πρεσπών είπε ότι είναι ένα μοντέλο συμφωνίας γιατί είναι win-win, κανείς δεν τα κερδίζει όλα, αλλά κανείς δεν ηττάται, ενώ σημείωσε πως το μέλλον των λαών είναι η συνεργασία και «όλοι πρέπει να παλέψουν στερεότυπα». «Η ιστορία θα δικαιώσει τις προσπάθειες μας και θα είναι παράδειγμα για άλλες χώρες να κατανοήσουν ότι πρέπει να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα», είπε. «Είπα πολλές φορές στον Ζόραν όταν τα πράγματα ήταν δυσκολα: συνέχισε και η ιστορία θα μας δικαιώσει», αποκάλυψε.

Ο κ. Τσίπρας είπε ότι «πρέπει να καταλάβουμε τις αντιδράσεις των πολιτών», ότι δεν πρέπει να κατηγορούνται όλοι ως εθνικιστές ή συντηρητικοί, «πρέπει να κατανοήσουμε γιατί αντιδρούν έτσι» και πως το ίδιο ισχύει για την Ευρώπη που πρέπει να καταλάβουμε γιατί οι πολίτες αντιδρούν τόσο έντονα κατά των ξένων, κατά των μεταναστών. Είπε ότι και οι πολύ κακές συνταγές για την οικονομική κρίση δημιούργησαν ανασφάλεια και φόβο στους πολίτες.

«Πρέπει να προσπαθήσουμε να έχουμε διάλογο μαζί τους, να τους πείσουμε, να αισθανθούν ότι δεν τους κατηγορούμε, ότι λαμβάνουμε υπόψη τις διαφωνίες τους, αλλά ταυτόχρονα ότι έχουμε ισχυρό επιχείρημα και ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Γιατί πραγματικά πιστεύουμε ότι εμείς κάνουμε το πατριωτικό μας καθήκον», σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας, τονίζοντας για τη συμφωνία των Πρεσπών ότι «ήταν ένα πατριωτικό καθήκον».