Δεκάδες χρόνια με την ίδια ελπίδα

Χρόνια πολλά είχα να νοιώσω τέτοια συγκίνηση, αλλά και αγωνιστική διάθεση και ανάταση. Που τα γεύτηκα, παρακολουθώντας την μουσική παράσταση ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ, του Μίκη Θεοδωράκη, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Γράφει ο Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης

Μικρή σχέση βέβαια είχε αυτή η παράσταση με κείνην που παρακολουθήσαμε το καλοκαίρι του 1962 στο θέατρο Πάρκ της Αθήνας, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Τότε που ένα τσούρμο φοιτητές, γυρίζοντας στα χωριά μας για διακοπές, μέσω Αθηνών, αφού άλλη συγκοινωνία δεν υπήρχε, κάναμε μιας βραδιάς στάση, για ν’ ακούσουμε τη μουσική και τα τραγούδια που μας ξεσήκωναν, κάνοντάς μας να πιστεύουμε-δε θέλαμε και πολύ άλλωστε- πως θ’ αλλάζαμε τον κόσμο.

Δεν θυμάμαι, αν ίσχυαν τότε φοιτητικά εισιτήρια, όμως εμείς βρήκαμε τον τρόπο να μπούμε στην παράσταση, ν’ ακούσουμε την επαναστατική για την εποχή μουσική του Μίκη, να δούμε και τον ίδιο, αν θυμάμαι καλά, ν’ απολαύσουμε την φοβερή φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ευχόμενοι μαζί του

«Αχ νάταν η ζωή μας

Σαββατόβραδο,

Κι ο Χάρος νάρχονταν

Μια Κυριακή το βράδυ».

Ή

«στρώσε το στρώμα σου για δυο,

Για σένα και για μένα,

Ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή

Να’ ναι όλα αναστημένα»

Και βγήκαμε από το θέατρο τραγουδώντας, σίγουροι για τους αγώνες και την νικηφόρα πορεία τους, αψηφώντας τους «μυστικούς» ασφαλίτες, που παραμόνευαν στις γωνιές των γειτονικών κτιρίων.

Πήγαμε στην Αθήνα, γιατί στην Θεσσαλονίκη, τέτοιες απολαύσεις δεν μπορούσαμε να έχουμε. Εκεί η ασφάλεια ήταν δίπλα μας, κοντά μας, νοιώθαμε την ανάσα της στο σβέρκο μας. Μια φορά πριν ένα ή δύο χρόνια, προσπαθήσαμε να οργανώσουμε συναυλία του Μίκη, στο Παλλάς, με άσχημα αποτελέσματα, παρ’ όλο που είχε σπεύσει όλη η «καλή κοινωνία» της πόλης να ακούσει μουσική Θεοδωράκη.

Είπα λοιπόν να ξαναζήσω αυτές τις υπέροχες στιγμές, ελπίζοντας πως θα ξυπνήσει μέσα μου το παρελθόν. Δηλαδή ολόκληρη η ζωή μου.

Και απόλαυσα και συγκινήθηκα, παρ’ όλο που η πλειοψηφία των τραγουδιών ήταν μεταγενέστερα του 1962, παρ’ όλη την ευρηματική σκηνοθεσία, την συμμετοχή μεγάλων τραγουδιστών και ηθοποιών όπως οι Δημήτρης Μπάσης και Γιάννης Κότσιρας, Κώστας και Κωνσταντίνος Καζάκος, Γιώργος Κιμούλης, Λήδα Πρωτοψάλτη, Πέγκυ Σταθακοπούλου.

Κατάμεστη η αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, με μεγάλης έως ώριμης ηλικίας ακροατές- υπήρχαν και νησίδες νέων- να τραγουδάνε όρθιοι χτυπώντας παλαμάκια, κυρίως όλα τα τραγούδια της νιότης τους, της επαναστατικής τους νιότης και λιγότερο τα μεταγενέστερα , που είχαν περιληφθεί στο πρόγραμμα. Και είδα γέροντες και γερόντισσες να βροντοφωνάζουν «Σώπα όπου νάναι θα χτυπήσουν οι καμπάνες», ή «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ /και μυρσίνη εσύ δοξαστική/μη παρακαλώ σας μη/λησμονάτε τη χώρα μου».

Εκφράζοντας ακόμα και σήμερα την ελπίδα και την πίστη τους για κάτι καλλίτερο που θα μπορούσε να συμβεί στη ζωή τους.

Αλίμονο στέναξα. Πόσες γενιές, πόσες δεκάδες χρόνια έπρεπε ν’ αγωνιζόμαστε, να παθιαζόμαστε γι αυτά τα αυτονόητα, τα μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης, τα «φυσικά μας δικαιώματα» που έλεγε και δίδασκε ο Βενιαμίν Λέσβιος, για να είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε σήμερα στη δύση της ζωής μας έναν ανισόρροπο πλανητάρχη, τον Τραμπ βεβαίως κι έναν απόγονο της ελληνικής τραγωδίας, να μας γυρίζει πίσω 60 και χρόνια, επαναφέροντας, ολοκληρωτικά τον απεχθή τρόπο διακυβέρνησης, με ό, τι χειρότερο επιβιώνει, για την ανατροπή του οποίου έπεσαν κορμιά και δόθηκαν ηρωικοί αγώνες.

Γύρισα στο σπίτι, πιστεύοντας πως μπορώ να ξαναβγώ στους δρόμους και να ξαναπιάσω το μολύβι για να διεκδικήσω, αυτά στα οποία πίστευα και πιστεύω.

Το πρωί με το πρώτο άκουσμα των ειδήσεων, έμαθα το νέο. Ο Κλέαρχος Τσαουσίδης, δημοσιογράφος, φίλος, σύντροφος, σφοδρός πολέμιος της Χούντας και δεσμώτης της, που δεν σταμάτησε ούτε από το επιθανάτιο κρεβάτι να σκέφτεται και να εκφράζεται ήταν νεκρός. Αυτός δε θα περιμένει πια να σημάνουν οι καμπάνες.