Γιατί ο κορoναϊός χτυπάει περισσότερο τους άνδρες;

Το κείμενο, υπογράφει ο δρ Μωαλέμ, γιατρός και  συγγραφέας του βιβλίου «Το άλλο μισό: Η γενετική υπεροχή των γυναικών».

Καθώς ο κοροναϊός συνεχίζει να διαδίδεται, «διασχίζοντας» ωκεανούς και ηπείρους, υπάρχει ένα δεδομένο που μέχρι σήμερα δεν έχει αναλυθεί αρκετά: Είναι ακόμα νωρίς, αλλά σε όλες σχεδόν τις χώρες παρατηρούμε, ότι περισσότεροι άνδρες πεθαίνουν λόγω του ιού από ότι γυναίκες.

Οι περισσότερες προσπάθειες εξήγησης αυτής της απόκλισης, επικεντρώθηκαν κυρίως στις διαφορές στη συμπεριφορά και τις συνήθειες, ανδρών και γυναικών. Τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης προϊόντων καπνού, η απροθυμία να επιδιωχθεί η σωστή και έγκαιρη ιατρική περίθαλψη και τα ακόμη χαμηλότερα ποσοστά πλυσίματος των χεριών παίζουν σαφέστατα ένα ρόλο στο ποιος θα πληγεί περισσότερο.

Αλλά αυτό που παραβλέπεται σε αυτές τις εξηγήσεις, είναι ότι ο δυσανάλογα υψηλός αριθμός θυμάτων γένους αρσενικού – λόγω του κορονοϊού – δεν είναι μια ανωμαλία. Μάλλον, μπορεί να είναι μια εξαιρετικά χρήσιμη χρονικά και υψηλού επιπέδου επίδειξη για κάτι που μέχρι πρόσφατα υπήρξε ένα υποτιμημένο επιστημονικό γεγονός: Όταν πρόκειται για θέματα επιβίωσης, οι άνδρες είναι το ασθενέστερο φύλο.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο κατά τη διάρκεια μιας μοναδικής στα χρονικά πανδημίας. Αυτό το έμφυτο βιολογικό πλεονέκτημα  της γυναίκας, είναι εμφανές σε κάθε ηλικία και στάδιο της ανθρώπινης ζωής: Τα θηλυκού φύλου βρέφη, είναι πιο πιθανό να κλείσουν το πρώτο έτος ζωής. Το 80% όλων των ανθρώπων άνω των 100 ετών είναι σήμερα γυναίκες. Ένα απίστευτο ποσοστό της τάξης του 95% αυτών που φτάνουν στη σπουδαία ηλικία των 110 ετών, είναι γυναίκες. Ενώ κατά μέσο όρο, τα αρσενικού φύλου άτομα έχουν περισσότερη μυϊκή μάζα και μεγαλύτερο ύψος, συνολικό μέγεθος και σωματική δύναμη, όταν πρόκειται να επιβιώσουν τις όποιες φυσικές δυσκολίες που συναντώνται από τη γέννηση μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Μιλώντας γενετικά, τα θηλυκού φύλου άτομα σχεδόν πάντα ζουν παραπάνω από τα άτομα αρσενικού φύλου.

Στην πραγματικότητα, το γυναικείο αυτό πλεονέκτημα επιβίωσης, εξακολουθεί να ισχύει, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση, τους οικονομικούς παράγοντες και την κατανάλωση αλκοόλ, ναρκωτικών ή καπνού.

Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη θηλυκή γενετική υπεροχή; Είναι που αρχίζει στο χρωμοσωμικό επίπεδο.

Τα κύτταρα των θηλυκών έχουν δύο χρωμοσώματα Χ – ένα από τη μητέρα τους και ένα από τον πατέρα τους – ενώ τα αρσενικά έχουν μόνο το ένα χρωμόσωμα Χ από τη μητέρα τους και ένα χρωμόσωμα Y.

Αυτό είναι ζωτικής σημασίας, διότι τα χρωμοσώματα Χ είναι άκρως απαραίτητα για ζωτικές λειτουργίες όπως η οικοδόμηση και η διατήρηση του ανθρώπινου εγκεφάλου και του ανοσοποιητικού συστήματος. Και οι βιολόγοι έχουν καταλάβει από πολύ καιρό ότι τα χρωμοσώματα ΧΧ δίνουν πλεονέκτημα στα θηλυκά έναντι των αρσενικών ατόμων: Η χρήση ενός εφεδρικού χρωμοσώματος Χ σε περίπτωση που το άλλο χρωμόσωμα είναι ελαττωματικό, είναι ο λόγος που τα θηλυκά άτομα είναι λιγότερο ευαίσθητα σε διαταραχές όπως η τύφλωση, για παράδειγμα.