H μέρα που οι ναζί εισέβαλαν στη Θεσσαλονίκη

Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης «παγώνουν», όταν το πρωί της 9ης Απριλίου 1941 βλέπουν να εισέρχονται στην πόλη τους οι χιτλερικοί κατακτητές. Οι εισβολείς, επρόκειτο τα επόμενα τρεισήμισι χρόνια να στήσουν ένα απέραντο σκηνικό τρόμου, εξαθλίωσης και θανάτου πάνω από την Ελλάδα. Η πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας, θα γευτεί στο πετσί της τα “αγαθά” του ναζισμού: Εκατοντάδες εκτελέσεις, ολοκαύτωμα των 50.000 Εβραίων κατοίκων της, στρατόπεδα θανάτου όπως του “Παύλου Μελά”, απίστευτη κτηνωδία, πείνα και θάνατος.

Ο μεγάλος ποιητής της Μακεδονίας Γιώργος Βαφόπουλος, μας άφησε μια συγκλονιστική περιγραφή για εκείνες τις πρώτες ώρες της εισόδου των ναζί στην κατακτημένη Θεσσαλονίκη:

«..Βούιζε όλο το στερέωμα πάνω από την πόλη, οι κινητήρες τράνταζαν τα τζάμια των σπιτιών, σμήνη ολόκληρα πετούσαν πάνω από τις στέγες, έφευγαν κι έρχονταν άλλα πίσω τους και πάλι ξανάρχονταν κι έπλεκαν πάνω από την πτοημένη πόλη ένα φοβερό δίχτυ από σίδερο, αγκυλωτούς σταυρούς και βρυχηθμούς τεράτων της αποκαλύψεως.

Όλη τούτη η επίδειξη της δύναμης του Γ΄ Ράϊχ ήτανε μέσα στο σχέδιο της κατοχής γιατί την ίδια ώρα κι ένα άλλο σιδερένιο δίχτυ μ΄ αγκυλωτούς σταυρούς, πλεκόταν μέσα στην πόλη από τις μηχανοκίνητες φάλαγγες του στρατάρχου Λιστ».

Οι Θεσσαλονικείς που βρέθηκαν εκείνο το πρωϊνό στην οδό Εγνατίας, από όπου εισήλθαν οι κατακτητές, βλέπουν ένα αλλόκοτο θέαμα, τους ναζί να παρελαύνουν: Ψηλοί, στητοί άντρες, έξι-έξι στη σειρά, κτυπούσαν τις μπότες τους στην άσφαλτο με δύναμη. Πήγαιναν οι πρώτοι καμαρωτοί και σήκωναν το πόδι πιο ψηλά από όλους. Ο μεσαίος κρατούσε μια μεγάλη κόκκινη σημαία με σχηματισμένο μαύρο αγκυλωτό σταυρό.

Η “επίσημη” παράδοση της πόλης στους Ναζί

Οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη το πρωί της 9ης Απριλίου 1941 και στην επίσημη παράδοση της πόλης, που έγινε στην οδό Μοναστηρίου, ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μερκουρίου, που είχε διοριστεί στη θέση αυτή από τη δικτατορία Μεταξά το 1937, προσφωνώντας τον επικεφαλής γερμανό στρατηγό, εξέφραζε την πεποίθηση ότι με τους ναζί κατακτητές στη Θεσσαλονίκη «η εν γένει ασφάλεια και η ησυχία αυτής θα είναι εγγυημέναι και ο βίος των πολιτών ομαλός και άνετος».

Πράγματι, οι κατακτητές εξασφάλισαν στην πόλη μας «ησυχία», μόνο που αυτή ήταν ησυχία νεκροταφείου. Καθώς και βίο άνετο πάνω στα καροτσάκια του δήμου που κάθε πρωί μάζευαν από τους δρόμους τα πτώματα των συμπολιτών μας οι οποίοι είχαν πεθάνει από την ασιτία και το κρύο.

Tα λόγια εκείνα του Μερκουρίου, τα μετέφραζε στους εισβολείς ένα άλλο άτομο που μετείχε στην επιτροπή υποδοχής των δυνάμεων του Ράϊχ, ο γερμανόφιλος καθηγητής του πανεπιστημίου Περικλής Βιζουκίδης, τον οποίο οι φοιτητές τα επόμενα χρόνια αποκαλούσαν «φον Περικλή».

Την ίδια ώρα που γινόταν εκείνη η τελετή και οι ερπύστριες των γερμανικών αρμάτων μάχης πατούσαν τους δρόμους της Μακεδονικής πρωτεύουσας, οι πολίτες της Θεσσαλονίκης ήταν κλεισμένοι στα σπίτια, εκδηλώνοντας με την απουσία τους την αποδοκιμασία στους εισβολείς. Ενώ από τις πρώτες κιόλας μέρες της κατοχής, οι Γερμανοί θα διαπιστώσουν ένα εχθρικό κλίμα από τους Θεσσαλονικείς, καθώς είναι πολλά τα περιστατικά αποδοκιμασίας και χλευασμού στρατιωτικών του Γ΄ Ράϊχ, με αποτέλεσμα η γερμανική  διοίκηση να εκδώσει αλλεπάλληλες ανακοινώσεις, απειλώντας με βαριές τιμωρίες.

Ρεσιτάλ απαγορεύσεων

Για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης οι απαγορεύσεις έρχονται απανωτά η μία μετά την άλλη. Απαγορεύεται η κατοχή ραδιοφώνων, απαγορεύεται η είσοδος στο σιδηροδρομικό σταθμό χωρίς άδεια, απαγορεύεται η κατοχή γραφομηχανών, απαγορεύεται να μιλούν ή να περπατούν στο δρόμο περισσότεροι από τρεις, απαγορεύονται τα τραγούδια και οι φωνές, απαγορεύεται, απαγορεύεται, απαγορεύεται. Μάλιστα, οι ναζί φτάνουν ακόμη και στο σημείο να απαγορεύσουν τον Οκτώβριο, όταν πλησίαζε η γιορτή του Αγίου Δημητρίου, τις πομπές και τις συγκεντρώσεις, για να αποφύγουν τη λιτάνευση της εικόνας του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης.

Από τις πρώτες μέρες της παρουσίας τους στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, όπως και στην υπόλοιπη χώρα, οι Γερμανοί κατακτητές εφαρμόζουν μια ληστρική πολιτική, στραγγαλίζοντας στην κυριολεξία την οικονομία της και απομυζώντας κάθε τι που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο. Πετρέλαιο, υφάσματα, φυσικό μετάξι, καπνός, μέταλλα, ορυκτά όλων των ειδών, βαμβάκι, δέρματα κ.α., είναι μεταξύ αυτών που λεηλατούνται οργανωμένα από τους ναζί και μεταφέρονται στη Γερμανία.

Οι πρώτες πράξεις αντίστασης
Από την πρώτη στιγμή της Κατοχής της Θεσσαλονίκης, ο πληθυσμός της πόλης εκφράζει ανοιχτά τη δυσφορία του, που μετατρέπεται λίγο αργότερα σε αποδοκιμασία, ενώ σύντομα αρχίζουν να εκδηλώνονται μεμονωμένες αντιστασιακές ενέργειες, οι οποίες στη συνέχεια θα φουντώσουν και θα πάρουν μορφή καταιγίδας κατά των κατακτητών.
Ήδη στις 8 Απριλίου 1941, την παραμονή της εισόδου των Γερμανών, ο Αλέξανδρος Ζάννας, ηγετικό στέλεχος του βενιζελικού κόμματος, μαζί με τον βρετανό ταγματάρχη Μένζις, μετέβησαν με καϊκι στην περιοχή της Τούζλας, όπου μαζί με τον διοικητή του «Οχυρού του Μεγάλου Εμβόλου» Ιωάννη Τούμπα, ανατίναξαν τα δύο φρούρια της περιοχής, στην Τούζλα και το Καραμπουρνού, για να μην μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν από τους κατακτητές.

Την ίδια μέρα, τρία ηγετικά στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, οι Απόστολος Τζανής, Σίμος Κερασίδης και Μωϋσής Πασχαλίδης, οργανώνουν την απόδραση από το σανατόριο Ασβεστοχωρίου 12 κρατούμενων κομμουνιστών, που θα αποτελέσουν και τη μαγιά για την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στην περιοχή μας.

Διαβάστε περισσότερα στο farosthermaikou.blogspot.com