Η εμπέδωση της ιδιότητας του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σχολείο

Ένα καλειδοσκόπιο φορτισμένων γεγονότων διαμορφώνει την αιχμή της επικαιρότητας στην παγκόσμια σφαίρα. Τα γεγονότα αυτά προσδιορίζουν και ανασχεδιάζουν συνεχώς το πεδίο της πολιτική διαμορφώνοντας διαδικασίες και προβληματικές οι οποίες θέτουν εκ νέου το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στο ηθικό, το πολιτικό, τη μόρφωση, το δίκαιο και την οικονομική ανάπτυξη.

Του Άγγελου Χατζηνικολάου*

Έτσι δομούνται μια σειρά από αντινομίες- αντιφάσεις στην κοινωνία στους θεσμούς και στην πολιτική, οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν – επηρεάζουν- το πλαίσιο των σχέσεων των πολιτών σε παγκόσμιο αλλά και τοπικό επίπεδο. Ταυτόχρονα αυτές τις αντιφάσεις έρχεται να τις συμπληρώσει ένα σύμπλεγμα αντιφατικών συναισθημάτων αλληλεγγύης, αγάπης από τη μια μίσους και ρατσισμού από την άλλη καθώς και αδιαφορίας. Αυτά καταγράφονται ως τα εμφανή αποτελέσματα στο καθημερινό επίπεδο της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Όλο αυτό το πλέγμα των διαδικασιών (το οποίο καθορίζεται από τα παγκόσμια, τοπικά γεγονότα και από τις προσωπικές –ατομικές αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές) πρέπει να το διαχειριστεί το σχολείο.

Αν αναφερόμασταν σε γεγονότα που καθημερινά τίθενται ποικιλοτρόπως στην επικαιρότητα, τότε θα διαπιστώναμε ότι κάποια από αυτά έχουν ιστορικό βάθος όπως: η οικονομική κρίση και οι πόλεμοι. Αυτά έρχονται να τα συμπληρώσουν σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα- ζητήματα- όπως η κλιματική αλλαγή, ο υπερπληθυσμός του πλανήτη -με χαρακτηριστικά του τον υπερπληθυσμό των χωρών του τρίτου κόσμου και τη γήρανση των αναπτυγμένων-, η οικονομική διαχείριση – κατασπατάληση των φυσικών πηγών και πλούτων καθώς και η ηλεκτρονική επανάσταση των τελευταίων δεκαετιών με τα ποικίλα θετικά ή αρνητικά ζητήματα, που επιφέρει στις σχέσεις των ανθρώπων, στην πολιτική, στην οικονομία κλπ. Τόσο τα παλιά όσο και νέα ζητήματα- προβλήματα αυξάνουν την ιστορικά διαμορφωμένη κατάσταση της φτώχιας, της εκμετάλλευσης, της αδικίας και των αποκλεισμών, τα οποία υφίσταται η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της γης. Είναι γνωστό ως παγκόσμιο σκάνδαλο ότι 80 άνθρωποι κατέχουν πλούτο όσο το 50% των φτωχών της γης. Ταυτόχρονα στις χώρες του ονομαζόμενου τρίτου κόσμου (των 4,5 δις. ανθρώπων) το 60% δεν διαθέτουν τα βασικά κριτήρια της υγιεινής και περίθαλψης, καθαρό νερό και στέγαση. Η πείνα και ο υποσιτισμός έρχονται να συμπληρώσουν την πλήρη ανασφάλεια επιβίωσης. Αυτή η παγκόσμια κατάσταση οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους στην προσφυγιά και τη μετανάστευση. Εγκαταλείπουν απελπισμένοι/ες τις πατρογονικές εστίες, όπου η ζωή τους απειλείται, προκειμένου να βρουν κατάλληλες συνθήκες επιβίωσης στις αναπτυγμένες και «ειρηνικές -ασφαλείς» γωνιές της γης. Αν καταφέρουν και ξεπεράσουν τα φυσικά εμπόδια, μια σειρά από πολιτικά εμπόδια και κοινωνικά οδοφράγματα (κυρίως ρατσισμών) ορθώνονται στην πορεία τους προς τις χώρες υποδοχής. Η παρουσία αυτών των ανθρώπων δεν καταγράφεται ως διωγμένων ή αδικημένων –εκμεταλλευόμενων ανθρώπων, που επιζητούν την επιβίωση, αλλά ως ένα φαινόμενο επικίνδυνων εισβολέων. Το γεγονός αυτό με τη δεύτερη διάσταση, δηλ. των επικίνδυνων εισβολέων, διογκώνεται από τα σύγχρονα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας προσδίδοντας χαρακτηριστικά επικίνδυνων φυσικών φαινομένων όπως «τσουνάμι μεταναστών και προσφύγων ή μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές». Στόχος αυτής της οπτικής των ποικίλων ΜΜΕ είναι η χειραγώγηση της κοινής γνώμης προς μια πολιτική αντίληψη διαχείρισης της μετανάστευσης και της προσφυγιάς υποδαυλίζοντας ταυτόχρονα εθνικιστικές και ρατσιστικές συμπεριφορές.

Οι μάστιγες του ονομαζόμενου δυτικού πολιτισμού μας χάνουν τη διάσταση της φρίκης τους μπροστά στις συνθήκες που βιώνουν τα δισεκατομμύρια των φτωχών του τρίτου κόσμου και τα εκατομμύρια των προσφύγων και των μεταναστών.

Στο πλαίσιο της δικής μας χώρας η συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος της δεκαετίας του 90 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την όποια επίκληση απειρίας στο ζήτημα της σύγχρονης προσφυγιάς και μετανάστευσης (500 χιλιάδες περίπου μετανάστες μόνο Αλβανικής καταγωγής εγκαταστάθηκαν τη δεκαετία του ‘90 χώρια οι μετανάστες και οι πρόσφυγες από άλλες χώρες). Οπότε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το επιχείρημα του δήθεν «πρωτόγνωρου γεγονότος» για την Ελληνική κοινωνία προκειμένου να δικαιολογηθούν πολιτικές αργοπορίες επίλυσης των προβλημάτων, που βιώνουν οι σύγχρονοι πρόσφυγες, όπως και οι ποικίλες ρατσιστικές συμπεριφορές. Βεβαίως η παρούσα «προσφυγική κρίση» όπως αποκαλείται έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, που αξίζει να μελετηθούν, αλλά ούτε και αυτό ως επιχείρημα μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για την όποια επιφυλακτική στάση απέναντι στους πρόσφυγες-μετανάστες. Η συσσωρευμένη εμπειρία σε επίπεδο για παράδειγμα της πολιτικής της εκπαίδευσης με τις αντιφάσεις της και ολιγωρίες της τότε εφαρμογής καθώς και το πλούσιο επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο (σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο) μπορούν να αποτελέσουν το σημαντικό υπόβαθρο για γρήγορη ένταξη των παιδιών στο σχολείο.

Βεβαίως η κρίση δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες και τους μετανάστες αφορά και το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, το οποίο έχει συσσωρευμένες αδικίες, ανισότητες, αποκλεισμούς και φτώχεια. Σε αυτά τα φαινόμενα συμπληρώθηκαν επιπλέον ποσοστά από την πρόσφατη οικονομική κρίση γνωστή με τον όρο ανθρωπιστική κρίση (ανεργία, φτώχια με χαρακτηριστικά ανέχειας, άστεγοι, παιδική φτώχια, σχολική διαρροή, παιδική εργασία παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων κλπ). Αυτό είναι το πλαίσιο της συγκυρίας και η ανθρωπιστική κρίση είναι το αποτέλεσμά της.

Οφείλουμε όμως να ξεκαθαρίσουμε ακόμη κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά της συγκυρίας, που έχουν να κάνουν με την ευρύτερη διαχείριση της φτώχειας και του αποκλεισμού πολλών ομάδων των παραπάνω κατηγοριών. Κατ’ αρχήν σε παγκόσμιο επίπεδο φαίνεται πως κυριαρχεί μια πατερναλιστικού τύπου εφαρμογή προγραμμάτων από οργανισμούς και από πολλές ΜΚΟ. Πολλά από τα προγράμματα παρέμβασης έχουν ως χαρακτηριστικό τη διαχείριση της φτώχειας του τρίτου κόσμου καθιστώντας άτομα, ομάδες και λαούς υποχείρια των προγραμμάτων (σκέφτονται και δρουν και αποφασίζουν γι’ αυτούς χωρίς αυτούς). Οι εμπνευστές, επιστήμονες ή άλλου τύπου διαχειριστές των προγραμμάτων παρέμβασης φροντίζουν τη διαιώνιση της φτώχιας προκειμένου να έχουν αντικείμενο προσπορισμού νέων κεφαλαίων. Στο όνομα λοιπόν των φτωχών ανθρώπων και της φτώχιας διαμορφώνουν προγράμματα χωρίς οι φτωχοί να ξεφεύγουν από τη «μοίρα τους». Ταυτόχρονα κεφάλαια του αναπτυγμένου κόσμου χρηματοδοτούν επιχειρήσεις στις χώρες του Τρίτου Κόσμου προκειμένου να εκμεταλλευτούν τους φυσικούς πόρους και τα φτηνά εργατικά χέρια των χωρών αυτών προς όφελος του αναπτυγμένου Δυτικού κόσμου. Τα κέρδη των χωρών του τρίτου κόσμου; Η καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος, οι ελεημοσύνες από τις επιστροφές μέσω προγραμμάτων και τα απορρίμματα μιας και φροντίζουν οι πλούσιες χώρες να αγοράζουν μέχρι και τον αέρα για τις εκπομπές καυσαερίων (η νέα μορφή αποικιοκρατίας).

Στα τέλη της περασμένης δεκαετίας η Γιουνισεφ κατέγραψε 10 εκ περισσότερους θανάτους παιδιών από πείνα στην Υποσαχάρια Αφρική. Ενώ η Γιούνισεφ εξασφάλιζε για τα παιδιά της περιοχής αυτής ψωμί για τρεις μέρες την εβδομάδα, την περίοδο αυτή το ψωμί έφτανε μόνο για μια φορά την εβδομάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταγραφεί η παραπάνω αύξηση θανάτων των παιδιών στην περιοχή. Την ίδια περίοδο καταγράφεται η αλλαγή διαχείρισης της καλλιεργήσιμης γης. Εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργούνται πλέον από το φυτό ελαιοκράμβη από το οποίο παράγονται βιοκαύσιμα. Επιπλέον πολλά δημητριακά χρησιμοποιούνται για παρόμοιες σκοπιμότητες αντιμετώπισης της οικολογικής κρίσης. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διερεύνηση της συσχέτισης αυτών των δυο γεγονότων. Μια οικολογική στροφή –θεμιτή- του αναπτυγμένου κόσμου στον τομέα των καυσαερίων κατά πόσο στοίχισε και στοιχίζει στη ζωή εκατομμυρίων φτωχών παιδιών στην Αφρική και σε άλλες περιοχές της γης; Κατά πόσο η δική μας ποιότητα ζωής ( καθαρό περιβάλλον, κατανάλωση προϊόντων υγεία κλπ) υπονομεύει στην επιβίωση για τα 4,5 δις ανθρώπων του Τρίτου κόσμου;

Η πρόταση διαχείρισης του φαινομένου της οικολογικής κρίσης συμπεριλαμβάνεται στις διαστάσεις τη αειφόρου ανάπτυξης. Έχει ιδιαίτερη όμως σημασία να γνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα της πρότασης στη βάση των τριών αξόνων που απευθύνεται και είναι η οικονομία, η κοινωνία και το περιβάλλον. Η ανθρωπότητα κατά την πρόταση της αειφόρου ανάπτυξης οφείλει να αναπτύσσεται με βιώσιμο τρόπο έτσι ώστε να ικανοποιεί από τη μια τις δικές της ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς όμως να περιορίζει τις δυνατότητες των μελλοντικών γενεών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες. Αν η αειφόρος ανάπτυξη ως πρόταση κατατείνει σε ένα ισοζύγιο σχέσεων μεταξύ περιβάλλοντος και κοινωνίας, οικονομίας και κοινωνίας και μεταξύ περιβάλλοντος και οικονομίας, θα είχε ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θα διαμορφωνόταν το ισοζύγιο των σχέσεων μεταξύ της ποιότητας ζωής και των αναγκών του τρίτου κόσμου και των φτωχών και κοινωνικά αποκλεισμένων του αναπτυγμένου κόσμου. Με άλλα λόγια τίθεται το ζήτημα της ισότητας η οποία δεν αφορά μόνο το ισοζύγιο των σχέσεων σε παγκόσμια διάσταση, αλλά και σε τοπικό πλαίσιο. Το ελληνικό σχολείο έχει ενταχθεί στα νέα δεδομένα και έχει ενσωματώσει στους σκοπούς της πρόταση της αειφόρου ανάπτυξης. Φαίνεται όμως πως το σχολείο εισέρχεται στο πλαίσιο της αειφορίας στηριζόμενο σε παραδοσιακά – γραφειοκρατικά συντηρητικά πλαίσια, αφού την πρόταση την εντάσσει στο όλο γραφειοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας του. Αν δεχτούμε σχηματικά ότι η μια πλευρά ενός ισόπλευρου τριγώνου είναι η αειφόρος ανάπτυξη και η άλλη είναι εκπαίδευση, η βάση αυτού του τριγώνου είναι κοινωνική δικαιοσύνη, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των Δικαιωμάτων του ανθρώπου σε συνδυασμό με τη δημοκρατία με την οποία πρέπει να λειτουργεί ο σχολικός θεσμός. Με άλλα λόγια μια α-πολίτικη προσέγγιση της αειφόρου ανάπτυξης, που ενστερνίζεται το σχολείο οδηγεί σε μια σειρά από ιδεολογικά παράδοξα και εκτροπές όπως οι αλλαγές εννοιών για καταστάσεις φτώχειας και αποκλεισμού και αντικατάστασή τους από τους όρους «ευαλωτότητα» και «ευπάθεια». Δεν μιλάμε για φτωχούς και αποκλεισμένους ανθρώπους αλλά για ευάλωτες, ευπαθείς και ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Ο προφανής στόχος η μεταφορά της ευθύνης για την κατάσταση στους ανθρώπους και όχι στις πολιτικές ευθύνες του πολιτικού συστήματος. Οι όροι αυτοί κυριαρχούν και στο σχολείο σε μια πληθώρα προγραμμάτων παρέμβασης. Μέχρι πριν 20-30 χρόνια η φτώχεια και οι αποκλεισμοί θεωρούνταν και καταγράφονταν ως κοινωνικά φαινόμενα αδικίας και εκμετάλλευσης. Το κατάγγειλε ως τέτοιο γεγονός η αριστερά και η σοσιαλδημοκρατία, τα αποδεχόταν το κέντρο, ακόμα και η δεξιά δεν το αρνιόταν. Τι μεσολάβησε; Πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί ή πόσο κυριάρχησε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο προκειμένου να γίνονται δεκτοί οι όροι «ευάλωτος, ευπαθής, ευαίσθητος» Η διερεύνηση της φτώχειας και των αποκλεισμών σε τοπικό επίπεδο αναδεικνύουν τις ιδεολογικά φορτισμένες χρήσεις και καταχρήσεις εννοιών που χρησιμοποιούμε προκειμένου να ερμηνεύσουμε κοινωνικά φαινόμενα.. Τώρα η φτώχεια –θεωρείται ως η δίκαιη τιμωρία της ανικανότητας (Δεν έχεις τις απαιτούμενες δεξιότητες). Μπορεί η φτώχεια να επιφέρει λύπη, αλλά δεν προκαλεί αγανάκτηση. Υπάρχουν φτωχοί και κοινωνικά αποκλεισμένοι, επειδή έτσι το επιβάλλουν οι κανόνες και αυτό το αποδεχόμαστε ως μια φυσική διαδικασία. Όπως αποδεχόμαστε και την όξυνση των ανισοτήτων, όπως αποδεχόμαστε τον πόνο των χιλιάδων προσφύγων ως ένα καθημερινό σίριαλ της τηλεόρασης, και πολλά άλλα γεγονότα. Αυτό είναι ένα ακόμη παράδοξο της εποχής με στόχο τη χειραγώγηση των ανθρώπων. Αγκιστρωνόμαστε στην επικαιρότητα, κατατρυχόμαστε από το κυνήγι των τελευταίων γεγονότων, τα οποία γρήγορα γίνονται προτελευταία, για να ξεχαστούν ακόμα γρηγορότερα, ενώ η φρόνηση επιτάσσει να βλέπουμε μακρύτερα στο παρελθόν και στο μέλλον και βαθύτερα στη δομή των γεγονότων και των πραγμάτων.

Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν ως πρόταση εκπαιδευτικής θεώρησης την συνειδητοποίηση. Αυτή αναφέρεται σε ένα σύνολο ιδιαίτερων θεωρητικών αρχών που αγκαλιάζουν την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής και της ηθικής ως κεντρικό γνώρισμα της εκπαιδευτικής θεωρίας και της πρακτικής με βασικό σκοπό το σεβασμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το σεβασμό της Δημοκρατίας ως μια διαδικασία, που κατακτάται καθημερινά στο σχολείο (από δασκάλους/ες και μαθητές/τριες). Όλες αυτές οι διαδικασίες σημαίνουν την διαρκή εκπαιδευτική σκοποθεσία προς μια εμπέδωση της ιδιότητας του πολίτη. Σε αντίθεση με τη συντηρητική και κυρίαρχη άποψη ότι ή παιδαγωγική είναι απλώς ένα σύνολο στρατηγικών και δεξιοτήτων προκειμένου να διδάξουμε ένα προκαθορισμένο θέμα. Γνωρίζουμε ότι μέσα από την εκπαίδευση κυριαρχεί η προσπάθεια προκειμένου κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες και γραφειοκρατικές δομές να επηρεάζουν πως και ποια γνώση θα διδαχθεί ο λαός και ποιες στρατηγικές παράγουν ιδιαίτερα σύνολα κοινωνικών σχέσεων χειραγώγησης. Η πρόταση της συνειδητοποίησης προσπαθεί να κατανοήσει και να εμπλέξει (να διεμβολίσει- μπολιάσει με αξίες)-τα σχολεία ως χώρους, όπου η κουλτούρα, η γνώση και η εμπειρία ενώνονται για να παράγουν ιδιαίτερες ταυτότητες, αφηγήσεις και κοινωνικές πρακτικές που προϋποθέτουν πάντα το όραμα του μέλλοντος. Σε αυτή την πρόταση δεν περισσεύει κανένα παιδί και άνθρωπος (ντόπιος, μετανάστης, πρόσφυγας, Ρομά ή μειονοτικός κλπ). Η παρουσία του καθενός και της καθεμιάς εκλαμβάνεται ως πλούτος και όχι πρόβλημα. Οι αποκλεισμοί και η σχολική αποτυχία εκλαμβάνονται ως κοινωνικά και πολιτικά σκάνδαλα και όχι ως προσωπικά στοιχεία επιλογής και αναξιότητας.

Εισηγούμαστε αυτήν την πρόταση, επειδή πιστεύουμε ότι σε έναν πολιτισμό της ευθύνης και μέσα σε αυτόν πρέπει να αποδείξουμε ότι αν είμαστε αυτοί που είμαστε, είμαστε επίσης με διάθεση να μπούμε στη θέση των άλλων. Αυτό είναι ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης στην κλίμακα της συλλογικής Δημοκρατικής συνείδησης. Εν κατακλείδι οφείλουμε ως δάσκαλοι, δασκάλες και επιστήμονες να παίρνουμε θέση μπροστά στα σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα.

*Ο Άγγελος Χατζηνικολάου είναι Δρ παιδαγωγικής του ΠΤΔΕ/ΑΠΘ, Δάσκαλος στο 5ο διαπολιτισμικό σχολείο Μενεμένης (Δενδροπόταμος).