Το λυκόφως των ειδώλων της νιότης μας

Εμείς, η γενιά του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης, μεγαλώσαμε και γαλουχηθήκαμε με Θεοδωράκη και Σαββόπουλο. Ακούγαμε και Χατζηδάκη βέβαια, μας άγγιζε και μας συγκινούσε, ήταν πολύ μεγάλος, πολύ διαχρονικός και πανανθρώπινος για να τον προσπεράσουμε. Ακούγαμε και ρεμπέτικα και αντάρτικα και ποπ και Ολυμπιανς και νέο κύμα.

Της Ρίας Καλφακάκου*

Όμως ο Μίκης ήταν για μας κάτι ιδιαίτερο, ήταν ο δικός μας , ο αριστερός, ο μαχητής , ο θαρραλέος υπερασπιστής των καταπιεσμένων, ο Βάρδος των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο πολέμιος του φασισμού, που δεν φοβήθηκε να δηλώσει κομμουνιστής όταν ήταν απαγορευμένο το ΚΚΕ, αυτός που κυνήγησε η χούντα, αυτός που ήταν μαζί με το Λεντάκη στην ταράτσα. Αυτός που μελοποίησε το Ρίτσο, και δικαίωσε τον εμφύλιο, αυτός που μας έμαθε να μισούμε το ναζισμό μέσα από το Μαουτχάουζεν, αυτός που ύμνησε τη φτωχολογιά και τον κόσμο του μόχθου, αυτός που τίμησε τους απεργούς εργάτες του Μάη του 36, αυτός που γύρναγε την Ευρώπη παρακαλώντας “μη λησμονάτε τη χώρα μου”, τον καιρό της δικτατορίας, αυτός που μελοποίησε όλους τους μεγάλους Έλληνες ποιητές.

Ήταν ο Μίκης της καρδιάς μας , ο Μίκης των ονείρων μας, ο Μίκης της ελπίδας για ένα πιο δίκαιο κόσμο, ο Μίκης της περηφάνιας των ηττημένων, της αξιοπρέπειας των “κατώτερων τάξεων”, Μίκης ο ανυπότακτος, Μίκης ο ανδρείος υπερασπιστής του δίκιου των αδυνάμων, Μίκης ο πολέμιος του φασισμού.

Και ο Σαββόπουλος. Ο τραγουδοποιός της νεώτερης γενιάς, που μας μίλησε για  τη σεξουαλική απελευθέρωση των γυναικών , με τη Συννεφούλα, που μα έβαλε στο παγκόσμιο κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ με το” ΧΟ ΤΣΙ ΜΙΝΧ αναπνέεις με καλάμι, με καλάμι “, που μας έδωσε την οπτική της ταξικής πάλης με το Φορτηγό. Ο αστείος, έξυπνος, ασχημούλης Νιόνιος, πιο καθημερινός, πιο κοντινός μας. Όχι τόσο ηρωικός σαν το Μίκη, μα δικός μας, μας μιλούσε για τις παρέες που γράφουν ιστορία και την εθνική Ελλάδος, για τα αμφιθέατρα που ερωτευόμαστε και παλεύαμε για ένα φαντασιακό υπέροχο αύριο.

Μας απογοήτευσαν και οι δύο. Είναι η αναγνώριση, από τους κάποτε αντιπάλους, είναι η ταξική μετάλλαξη, είναι η καλοπέραση και η ματαιοδοξία; Δεν με ενδιαφέρει να το αναλύσω, καταγράφω τη μαρτυρία μιας γενιάς που νιώθει πληγωμένη και προδομένη από τα είδωλά της.

Όμως  αν για το Σαββόπουλο νιώθουμε πικραμένοι και απογοητευμένοι, και αυτή είναι η ποινή του, να απομακρύνεται από αυτόν, το γεμάτο αμφιθέατρο με τους ανθρώπους που συμπορεύτηκε στα νιάτα του, με την αλλαγή του Μίκη νιώθουμε σοκ και δέος.

Να βλέπουμε τον αντιφασίστα δίπλα στους ναζιστές και τους δοσίλογους, χέρι χέρι με τους δικούς του βασανιστές, να μιλάει,με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, για αριστερόστροφο φασισμό  , στους εκπροσώπους του φασισμού που αιματοκύλησε την Ευρώπη, στους δολοφόνους του Φύσσα, στους υμνητές του Χίτλερ.

Υπάρχουν πολύ που μιλούν για σεβασμό της ιστορίας σου. Εγώ δεν μπορώ να σε συγχωρέσω Μίκη. Δεν μπορώ να σου συγχωρέσω την αρχή της ομιλίας σου, ταχα μου δήθεν ήταν αστείο ότι απευθυνόσουν στους φασίστες , στους τραμπούκους, μα ήταν εκεί μπροστά σου και την άλλη μέρα σε επαινούσαν, οι χρυσαυγίτες οι γιοί των βασανιστών στη Μακρόνησο, αυτοί που επωάζουν το αυγό του φιδιού σε όλη την Ευρώπη και στη χώρα μας.

Όχι Μίκυ , για μια στιγμή δημοσιότητας, για ένα χειροκρότημα, γύρισες την πλάτη σε όσα εσύ μας ενέπνευσες, και πήγες, με ποιους Μίκυ το αναλογίζεσαι;

Μας πρόδωσες και μας πλήγωσες, και δεν υπάρχει γυρισμός. Και αναλογίζομαι με θλίψη, πως κάποια στιγμή αντί να σηκώνουν το φέρετρό σου, εργάτες, δημοκράτες, αντιφασίστες, θα σε κατευοδώνουν ο Κασιδιάρης και η παρέα του.

Κλαίω για τέτοια κατάντια Μίκη, μα δεν σε συγχωρώ.

* Η Ρία Καλφακάκου είναι επικεφαλής της δημοτικής κίνησης «Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη»