“Μακεδονικό”: Λύση, «λύση» ή «μη λύση»;

Παρά το πέρας 27 ετών από τη διάλυση της πολυσχιδούς Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, οι αναταράξεις που το γεγονός αυτό επέφερε στη Βαλκανική Χερσόνησο δεν έχουν ακόμη τελειώσει. Μείζονος, όπως τελικά απεδείχθη, σημασίας για την Ελλάδα, η περίπτωση μίας εκ των συστατικών χωρών αυτής, της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και η ανεξαρτητοποίησή της το Σεπτέμβρη του ‘91 ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή ενός ιδιαίτερων χαρακτηριστικών προβλήματος και τη δημιουργία ενός (ακόμη) σημείου τριβής και μίας (ακόμη) πηγής αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Το μέλλον του συγκεκριμένου κράτους μόνο ως ευοίωνο δε φάνταζε υπό τις δεδομένες εκείνη την εποχή συνθήκες. Οι έντονες εθνολογικές, θρησκευτικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις στον πληθυσμό του, οι ακραίες εθνικιστικές θέσεις και αλυτρωτικές βλέψεις της ηγεσίας του, όπως και η ισχνή οικονομική του κατάσταση, προμήνυαν την απαρχή ενός γενικευμένου προβλήματος παραδίδοντάς συν τοις άλλοις το νεοσύστατο κράτος βορά στα διεθνή πολιτικοοικονομικά συμφέροντα. Σε σχέση με τη χώρα μας, η συνέχεια γνωστή. Από τη μία πλευρά, επικλήσεις μίας ψευδεπίγραφης ιστορίας, μία κίβδηλη επιχειρηματολογία, μία αλυτρωτική και επεκτατικών βλέψεων ρητορική, από την άλλη δε, ένας εγωπαθής, αρχικά τουλάχιστον, υπερπατριωτισμός, μία αλαζονική υποτίμηση και λανθασμένη αποτίμηση και αξιολόγηση στοιχείων, δεδομένων και προοπτικών, και μία αδιαφορία από ένα χρονικό σημείο και ύστερα. Τα αποτελέσματα; Γνωστά! Ας μην εθελοτυφλούμε, γνωρίζουμε το πως ονομάζει η παγκόσμια κοινότητα τη γείτονα χώρα, γνωρίζουμε το ποιες αντιλήψεις επικρατούν ανά τον κόσμο για αυτήν. Στο περιβάλλον δε των Βαλκανίων και σε επίπεδο γεωπολιτικής, γεωστρατηγικής και γεωοικονομίας δημιουργήθηκε ένας νέος πυλώνας αστάθειας, μία, κατά πολλούς, βραδυφλεγής βόμβα.

Μετά το πέρας όμως 27 ετών διαφαίνεται, ίσως για πρώτη φορά, η δυνατότητα πραγματικής επίλυσης του διαχρονικού αυτού προβλήματος. Η διαφοροποίηση πολιτικής από πλευράς της γείτονος, η, φαινομενικά τουλάχιστον, ωρίμανση των απαιτούμενων συνθηκών, αλλά και η διαπίστωση της αναγκαιότητας ριζικής αντιμετώπισης του θέματος τόσο από πλευράς της κυβέρνησης των Σκοπίων όσο και από τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, μόνο αδιάφορους δε μπορούν, δεν επιτρέπεται να μας αφήσουν. Και πλέον έφτασε η στιγμή που όλοι, Κυβέρνηση, κόμματα και λαός, έχουμε ως μέγιστη υποχρέωση να δώσουμε μία απάντηση σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Θέλουμε λύση ή όχι; Και προφανώς, ποιας μορφής θα είναι η λύση που επιζητούμε αλλά και μπορούμε να αποδεχτούμε;

Αναντίρρητα, έντονες είναι οι φωνές κατά της οιασδήποτε χρήσης του όρου «Μακεδονία» ή παραγώγων αυτού στην ονομασία της γείτονος. Δεν ανήκω σε αυτούς που βαφτίζουν τον όποιον εκφέρει μία τέτοια άποψη ως εθνικιστή –όχι πως δεν υπάρχουν αρκετοί ανάμεσα τους. Ούτε βέβαια θα μπω στη λογική μερίδας, αν όχι του συνόλου, της αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία βυθισμένη στο ανάλγητο πάθος της για αποδόμηση της παρούσας Κυβέρνησης, τίθεται ενάντια σε αυτά που η ίδια πρέσβευε και διεκήρυττε (βλ. Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, Απρίλιος 2008). Και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να παραδεχτώ πως ούτε σε εμένα προσωπικά ηχεί ευχάριστα η όποια χρήση του ονόματος της «Μακεδονίας» από τη γείτονα χώρα. Μπορεί το τελευταίο να οφείλεται στον επί δεκαετίες επεκτατικών βλέψεων αλυτρωτισμό που καλλιέργησε, στην καταχρηστική, σε σημείο ανοησίας, επαίσχυντη παραποίηση της ιστορίας της Αρχαίας Μακεδονίας, στην καθημερινή μου επαφή και αλληλεπιδραστική σχέση με τον κοινωνικό μου περίγυρο, ενδεχομένως, το πλέον πιθανό, αυτό να οφείλεται σε συνδυασμό όλων των προηγουμένων.

Ας μην αφεθούμε όμως στο θυμικό, ας αποταθούμε στο έλλογο, ας οδεύσουμε στο ρεαλιστικό, και ας διερωτηθούμε. Είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Απέναντι σε ένα κράτος που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όλοι παγκοσμίως το ξέρουν, και ορθό είναι να μην εθελοτυφλούμε, και αποδέχονται ως «Μακεδονία», τους υπηκόους του ως «Μακεδόνες», τη γλώσσα τους ως «Μακεδονική», απέναντι σε όλα αυτά μπορούμε να επιτύχουμε μία λύση η οποία δε θα περιλαμβάνει ως συνθετικό τον επίμαχο όρο ή έστω κάποιο παράγωγό του; Ο εθνικολαϊκιστικός λόγος και πατερναλισμός καλά κρατεί, όμως ας αντιληφθούμε, και ίσως και παραδεχτούμε –όσους μας βρίσκει αντίθετους– το ανέφικτο του. Δε θα σχολιάσω το βαθμό κατά τον οποίο είναι θεμιτές ή μη αυτού του είδους οι προσεγγίσεις και πρακτικές, σίγουρα όμως είναι μη υλοποιήσιμες. Είναι η περίφημη «μη λύση», κάτι που ουκ ολίγες φορές έχει διατυμπανιστεί ως βασική θέση από τους υπέρμαχους αντιστοίχων απόψεων. Είναι όμως η «μη λύση», τελικά λύση; Είναι η διαιώνιση ενός χρονίζοντος προβλήματος επωφελές για τα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της χώρας μας; Είναι τυχαίο που γειτονικές, και όχι μόνο, χώρες, έμμεσα ή ακόμη και άμεσα, προσπαθούν να δυναμιτίσουν τις όποιες απόπειρες προσέγγισης της Ελληνικής κυβέρνησης με την κυβέρνηση των Σκοπίων για την εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής λύσης; Είναι ορθό για τη χώρα μας από παράγοντα σταθερότητας, από αυτόν που επιζητεί τη λύση, να μετατραπεί σε παράγοντα αστάθειας, σε αυτόν που δυναμιτίζει την επίλυση του προβλήματος; Είναι λογικό για μία σύγχρονη χώρα να αντιπαλεύει αυτά που επί μία δεκαετία η ίδια έθετε ως όρους και επιζητούσε;

Και τελικά τι είναι πατριωτισμός, απλά το να φωνασκείς υπέρ των θέσεων σου –δεν το αποδοκιμάζω, στο «απλά» εστιάζω– ή το να μπορείς μέσω του αμοιβαίου διάλογου και της αλληλοκατανόησης να οδεύσεις σε επιλογές οι οποίες θα δράσουν υπέρ της χώρας και του λαού σου, τόσο βραχυπρόθεσμα αλλά κυρίως μακροπρόθεσμα; Δε σκοπεύω να τοποθετηθώ ως ιστορικός, ως εθνολόγος, ως γλωσσολόγος, δε σκοπεύω να προχωρήσω σε βαθυστόχαστες αναλύσεις και να παραθέσω στοιχεία από περισπούδαστες μελέτες επί του θέματος, είναι πολλοί αυτοί που έχουν εργαστεί ακατάπαυστα και αφιερώσει άπειρο χρόνο σε ζητήματα ανάλογης θεματολογίας. Τοποθετούμαι αποκλειστικά με γνώμονα την πολιτική διάσταση αυτού, και σαφώς δηλώνω υπέρμαχος εξεύρεσης μίας λύσης, όχι όμως βέβαια της όποιας «λύσης». Δηλώνω υπέρμαχος μίας λύσης η οποία αφενός θα διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας και του λαού μας, αφετέρου θα είναι μη αμφισβητήσιμη από όλους τόσο στο παρόν, όσο και στο μέλλον. Και μίας λύσης η οποία επιτέλους θα κλείσει οριστικά ένα από τα πολλά, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο, ανοιχτά μέτωπα που έχει η πατρίδα μας.

Με βάση τα όσα έχουν γίνει γνωστά, η χρήση μίας σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό φαντάζει στην παρούσα φάση ως μία πρόταση η οποία μπορεί να γίνει κοινά αποδεκτή από όλους. Αυτό από μόνο του βέβαια, φαίνεται περισσότερο ως «λύση», παρά ως η λύση. Ενδεχομένως να ακούγεται υπερβολικό, οφείλουμε όμως να τηρούμε επιφυλακτική στάση απέναντι στα όσα συζητούνται, όχι τόσο λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους γείτονες –ας μην κατακρίνουμε βέβαια κάποιον που θα διατύπωνε μία αντίστοιχη μομφή– κυρίως όμως επειδή οι όποιες αποφάσεις ληφθούν θα έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα απέναντι όχι μόνο σε εμάς αλλά και στις επόμενες γενιές. Ποια τα απαιτούμενα εχέγγυα; Μία ονομασία erga omnes για όλες τις χρήσεις, στο εξωτερικό αλλά και το εσωτερικό της γείτονος χώρας, ενδεχομένως να είναι. Μία απαλοιφή αλυτρωτικών θέσεων από το Σύνταγμα της μπορεί να είναι. Υπάρχουν και άλλα ήσσονος, συγκριτικά με τα δύο πρώτα, σημασίας, ζητήματα όπως οι αλλαγές στα σχολικά βιβλία, η απαλοιφή αλυτρωτικών συμβόλων, δε χρειάζεται να μακρηγορήσω επί του θέματος. Είναι όλα τα ανωτέρω υποχρεωτικά; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Και αυτό ίσως όχι άμεσα, όχι σε ένα, σε δύο, σε πέντε έτη, κανείς όμως δε μπορεί να διασφαλίσει το τι μέλλει γενέσθαι σε βάθος χρόνου εφόσον δε ληφθούν οι απαραίτητες εγγυήσεις. Πώς πράττουμε εφόσον δεν διασφαλιστούν όλα τα παραπάνω; Δύσκολη η απάντηση, αλλά ασφαλείς τοποθετήσεις θα μπορούν να γίνουν μόνο εφόσον διευκρινιστούν επακριβώς οι διαθέσεις της απέναντι πλευράς, η ειλικρινή της πρόθεση για λήψη μέτρων και υλοποίηση δεσμεύσεων. Διαφωνούμε με τα ανωτέρω, δηλώνουμε αντίθετοι στην εξεύρεση λύσης; Απλά, θα συνεχιστεί η διαιώνιση ενός χρόνιου προβλήματος. Θα χαθεί μία ακόμη ευκαιρία. Και αν η κατάσταση μείνει ως έχει, κάτι που ορισμένοι άκριτα και ανεύθυνα διατυμπανίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις, έχει καλώς, μικρό το κακό θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Θα συμβεί όμως αυτό; Μπορεί κανείς να διασφαλίσει ότι τυχόν αδικαιολόγητη αναλγησία από μέρους μας δε θα γύρει τη πλάστιγγα προς τους γείτονες; Υπάρχουν ερωτήσεις, δυστυχώς δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Ας ευχηθούμε, ας προσπαθήσουμε στο βαθμό που μας αναλογεί, να βρεθεί επιτέλους μία ικανοποιητική και βιώσιμη λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα που ταλανίζει τη χώρα μας αλλά και τις σχέσεις μας με τους γείτονες επί δεκαετίες. Πέραν αυτού όμως, προσωπικά τουλάχιστον στηρίζω σθεναρά την άποψη του να μη φέρει η ελληνική πλευρά την ευθύνη για ένα τυχόν ναυάγιο, για την απώλεια μιας ευκαιρίας, παρά το πέρας 27 ετών.

*O Κώστας Μπαλτζής είναι διδάκτωρ στο ΑΠΘ και συντονιστής Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Γιαννιτσών – Δ. Πέλλας

Το άρθρο έχει αρχικά δημοσιευτεί σε έντυπη μορφή στην Εβδομαδιαία Τοπική Κοινωνική Πολιτική Εφημερίδα του ν. Πέλλας, ΠΕΛΛΑNEWS, στο φύλλο της 7ης Μαρτίου 2018.