Μαργκότ Φοντέιν: Η αξεπέραστη μπαλαρίνα που βρέθηκε στο πλευρό του Φιντέλ Κάστρο

Οι πουέντ είναι τα ειδικά παπούτσια που φορούν οι μπαλαρίνες. Το μπροστινό μέρος, είναι σκληρό, φτιαγμένο από γύψο για να μπορεί η μπαλαρίνα να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της χωρίς να στραμπουλήξει ή να σπάσει τα δάχτυλά της. Μην σας γελά το σατέν ύφασμα των πουέντ αλλά και οι υπέροχες κορδέλες που τυλίγουν τις γάμπες των κοριτσιών. Το μπαλέτο ξέρει και κρύβει το αίμα του. Ναι εκείνο το αίμα που πολλές φορές μπορεί να βγάλεις στα πόδια μέσα από τις πουέντ μέχρι να μάθεις. Ξέρει να κρύβει τις μελανιές του που αποκτάς στο κορμί κάθε φορά που θα πρέπει να σωριαστείς στο πάτωμα γιατί το ζητά η χορογραφία. Ναι, το μπαλέτο ξέρει να κρύβει τις πληγές της ψυχής που γεννά η εγωπάθεια, ο σκληρός ανταγωνισμός, η αυστηρή και άκαρδη δασκάλα. Όσοι νομίζουν πως εκεί πάνω στη σκηνή, ο κόσμος είναι αγγελικά πλασμένος είναι βαθιά νυχτωμένοι.

Η Μαργκότ Φοντέιν γεννιέται ως Μάργκαρετ Εβελιν Χούκαμ στις 18 Μαΐου 1919 στο Ρειγκειτ, προάστειο του Λονδίνου. Κόρη ενός Βρετανού μηχανικού και μιας ιρλανδοβραζιλιάνας η οποία με τη σειρά της ήταν κόρη του βραζιλιάνου βιομηχάνου Antonio Fontes. Η οικογένεια ζούσε ξένοιαστα σε προάστιο του Λονδίνου, όπου και ξεκίνησε η μικρή Μάργκαρετ τα μαθήματα χορού από την ηλικία των 4 χρόνων. Από μικρή ονειρευόταν να γίνει η μεγαλύτερη μπαλαρίνα του κόσμου Σε ηλικία 8 ετών, ο πατέρας της αποδέχεται πρόταση για δουλειά ως αρχιμηχανικός στη Σαγκάη και μετακομίζει με την οικογένειά του στην Κίνα. Εκεί, τα όνειρα ενδεχομένως να είχαν χαλάσει αλλά η μικρή Μαργκό, όχι μόνο δεν σταμάτησε τα μαθήματα του χορού αλλά η τύχη την έφερε μαθήτρια του γνωστού Ρώσου δασκάλου,  George Goncharov.

Οι ικανότητές της στον χορό αναγκάζουν τη μητέρα της να την πάρει από το χέρι όταν η Μαργκότ έφθασε στα 14ης το 1933 και να επιστρέψουν στο Λονδίνο προκειμένου να της δώσει τη δυνατότητα να κυνηγήσει το όνειρο του χορού. Εκεί γίνεται αρχικά δεκτή στις αυστηρά κλειστές τάξεις της Serafina Astafieva και λίγο αργότερα θα ξεκινήσει τη φοίτηση  στο Vic-Wells Ballet School που υπήρξε πρόγονος της σημερινής Βασιλικής Ακαδημίας Χορού της Αγγλίας. Ανέβηκε στις τάξεις της ακαδημίας εξαιρετικά γρήγορα. Η λυρικότητα της και η ανατομία του σώματος ήταν τέτοιες που η Μαργκαρετ, ακόμη ως Μάργκαρετ κυκλοφορεί, μπορεί να στοχεύει μόνο ψηλά και αυτό το βλέπει ξεκάθαρα η καθηγήτρια της σχολής Ninette de Valois, η οποία πίστεψε από την πρώτη στιγμή στις απαράμιλλες ικανότητες της μαθήτριας της και λειτούργησε ως μέντορας για την ίδια.

 

Σύντομα η μικρή ξεπέρασε τις συμμαθήτριές της αλλά και τις δασκάλες της. Όπως θυμόταν η Valois στην αυτοβιογραφία της Φοντέιν, κάθε φορά που της έδειχνε η μικρή μια νέα φιγούρα που είχε σκαρώσει, εκείνη την επιβράβευε: «Τι ωραία κίνηση. Δεν θα μπορέσω ποτέ να την κάνω εγώ!»… Το ντεμπούτο της Φοντέιν έλαβε χώρα το 1934 στον «Καρυοθραύστη» και ήταν τέτοια ανεπανάληπτη επιτυχία που σύντομα οι κλασικοί ρόλοι έπεφταν βροχή στα υπέροχα πόδια της. Ως το 1939 είχε χορέψει όλους τους μεγάλους κλασικούς ρόλους και είχε αναδειχτεί σε Prima Ballerina. «Λίμνη των κύκνων», «Ωραία Κοιμωμένη», «Ζιζέλ». Εκεί λοιπόν αποφασίζει να υιοθετήσει το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο. Το Μάργκαρετ έγινε Μαργκότ και το Hookham πήγε περίπατο. Στη θέση του μπήκε το Φοντέιν (από το Φοντές, το βραζιλιάνικο δλδ επίθετο της μητέρας της). Έχει ήδη σχέση, μια σχέση που θα κρατήσει πολλά χρόνια, ως τη δεκαετία του ‘40 με τον συνθέτη Constant Lambert, ο οποίος θα αποτυπώσει την σχέση του με την Μαργκο στο έργο του για μπαλέτο με τίτλο, Horoscope. Πρώτος της σημαντικός παρτενέρ επί σκηνής στα τελη της δεκαετίας του 30 ο αυστραλός Robert Murray Helpman , γνωστός και ως το κορμί. Ήθελε κουράγιο να εισαι από την περιφέρεια της χώρας των καγκουρώ και να λες στην παμπ ότι θέλεις να γίνεις χορευτή κλασσικού μπαλέτου. Ο Χελπμαν δεν φοβήθηκε. Κάποτε πέρασε από την Αυστραλία το μπαλέτο της Αννα Πάβλοβα και ο Χέλπμαν έφυγε μαζί της για να προσγειωθεί χρόνια μετά στην καλλιτεχνική αγκαλιά της Φοντέιν. Καλλιτεχνικής όμως. Τίποτα παραπάνω. Ήξερε πολλά, και δίδαξε πολλά στη Φοντέιν. Η Φοντέιν έγινε την εποχή εκείνη, είμαστε ακόμη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μούσα του χορογράφου σερ Φρέντρικ Άστον και το πρόσωπο των μπαλέτων του, περνώντας εκεί τις πιο ευτυχισμένες αλλά και δύσκολες στιγμές της, καθώς ο Αστον την κρατούσε στη σκηνή από το πρωί ως το βράδυ. Ο Άστον όμως την αντάμειψε χαρίζοντάς την νέους ρόλους σε σύγχρονα έργα, όπως τα «Οντίν», «Δάφνις και Χλόη», «Σίλβια» κ.ά., την  ίδια στιγμή που η Valois δημιούργησε ρόλους ειδικά για κείνη, όπως στον «Ορφέα και Ευρυδίκη» και τον «Δον Κιχώτη».

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Μαργκοτ Φοντέιν να χορεύει σε κάθε κοινή εκδήλωση που θα μπορούσε, κυρίως σε εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία των στρατευμένων. Ακούραστη, πάντα γοητευτική, άφησε στην άκρη τον παράγοντα “εγώ” και μπήκε στο εμείς με στόχο, από το δικό της χαράκωμα, την ήττα του φασισμού. Ο φασισμός θα ηττηθεί, και η πρίμα μπαλαρίνα του Βασιλικού Θεάτρου της Μεγάλης Βρετανίας θα επιστρέψει στη σκηνή όπου θα συνεχίσει τις μαγευτικές εμφανίσεις της ενώ το 1949 θα κάνει το αμερικανικό της ντεμπούτο και θα λάβει διθυραμβικές κριτικές από κοινό και ειδικούς. Είναι πλέον αντικείμενο λατρείας και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Φοντέιν είναι με διαφορά, ακόμη και σήμερα η γνήσια εκπρόσωπος του λεγόμενου αγγλικού μπαλέτου. Εύλογα θα ρωτούσε κάποιος , και τι πάει να πει αγγλικό μπαλέτο. Ένα είναι και είναι παγκόσμιο. Φίλες και φίλοι, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Απλά τα κάνουν να φαίνονται όλοι αυτοί που με πολύ κόπο και εκπαίδευση ανεβαίνουν στη σκηνή. Ένα έμπειρο μάτι όμως ξέρει να ξεχωρίζει τις διαφορές. Το μπαλέτο κατηγοριοποιείται σε διάφορες σχολές τεχνικής, ή αλλιώς εκπαιδευτικές μεθόδους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την ιστορική εξέλιξη του. Υπάρχουν οχτώ στιλ εκπαίδευσης στο κλασσικό μπαλέτο: το Ιταλικό (μέθοδος Cecchetti), το Ρώσικο (μέθοδος Vaganova), το Γαλλικό, το Αγγλικό (Royal Academy of Dance και Royal School of Ballet), το Δανέζικο (μέθοδος Bournonville), το Κουβανέζικο (μέθοδος της Alicia Alonso), και το Αμερικάνικο (μέθοδος Balanchine). Για παράδειγμα στη χώρα μας διδάσκονται ευρέως η Γαλλική μέθοδος, η σχολή Vaganova (Ρωσία), και η μέθοδος Royal Academy of Dance (Αγγλία), μαθήτρια της οποίας υπήρξε η Φοντέιν και αναπόφευτκα οι επιδράσεις φάνηκαν τόσο στο κορμί της, όσο και στην έκφραση και την κίνησή της πάνω στη σκηνή. Και οι δύο βασιλικές βρετανικές σχολές εφαρμόζουν παρόμοιες μεθόδους, παρ’ όλα αυτά, η μέθοδος R.A.D. (Royal Academy of Dance) που ιδρύθηκε το 1920 είναι η πιο διαδεδομένη. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεθόδου είναι η εστίαση στην καθαρή και σαφή τεχνική, και η αγνότητα των γραμμών του σώματος, χωρίς υπερβολές και επιτήδευση. Η εκπαιδευτική μέθοδος RAD είναι μία πολύ αργή διαδικασία, προκειμένου να επιτευχθεί η άψογη τεχνική και η φυσικότητα. Η κεντρική ιδέα της μεθόδου είναι ότι η ανάπτυξη των τεχνικών γνώσεων και της σωματικής δύναμης βοηθά τον μαθητή να προσαρμοστεί πιο εύκολα στο πιο δύσκολο λεξιλόγιο και την τεχνική που θα χρειαστεί αργότερα. Η Royal Academy of Dance δέχτηκε σαφώς επιρροές από την Ιταλική και την Ρώσικη σχολή αλλά κατόρθωσε να εξελιχτεί σε μία σχολή μπαλέτου με ξεχωριστό στιλ και χαρακτήρα.

Η προσωπική ζωή της

Η προσωπική ζωή της Φοντέιν ξεκίνησε σχετικά όψιμα, καθώς μέχρι τα 35 της αφιέρωνε στον χορό, όλο της το χρόνο. Το 1955, στα 36 της πια, παντρεύτηκε στο Παρίσι τον δημοσιογράφο και πολιτικό Ρομπέρτο Αρίας, τον «Τίτο» όπως τον έλεγε χαϊδευτικά, ο οποίος ήταν γιος παλιού προέδρου του Παναμά. Ως πρεσβευτής του Παναμά στο Λονδίνο, ο Αρίας σύστησε τη Φοντέιν στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους και σύντομα την ανέμειξε στα πολιτικά της χώρας του. «Καζαμπλάνκα χωρίς Ήρωες». Έτσι συνήθιζε να αποκαλεί ο Τζόν λε Καρέ τον Παναμά, τη μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής που ο επισκέφθηκε πολλάκις προτού ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο του «Ο Ράφτης του Παναμά». Φορολογικός παράδεισος και τόπος ξεπλύματος μαύρου χρήματος, ο Παναμάς, έχτισε την ανεξαρτησία του από τους Κολομβιανούς χάρη στη διώρυγα που του άνοιξαν οι αμερικανοί που επέβαλλαν τους δικούς τους όρους στη σύμβαση εκμετάλλευσής της. Μια σειρά από ντεμί “δημοκρατικές” κυβερνήσεις και μπόλικες χούντες όλες υποκινούμενες από την Ουάσιγκτον χαρακτηρίζουν την πορεία μέχρι τη στιγμή που στο παιχνίδι μπαίνουν τρία πρόσωπα. Ο Φιδέλ Κάστρο, ο άνδρας της Φοντέιν Αρίας και η ίδια η χορεύτρια. Ποιος θα περίμενε πως πίσω από το εύθραυστο πρόσωπο και το λαιμό κύκνου θα κρυβόταν μια γυναίκα που θέλει να ανατρέψει την φιλοαμερικάνικη κυβέρνηση της χώρας;

Η βοήθεια στον Φιντέλ Κάστρο

Απρίλιος 1959. Ο σύζυγος της Φοντέιν,  Αρίας,  ζητά τη βοήθεια του Φιντέλ Κάστρο προκειμένου να ανατρέψει την αμερικανόδουλη κυβέρνηση του Παναμά που κωλυσιεργεί σε μια εθνική προσπάθεια αναθεώρησης της σύμβασης του ‘36 για την εκμετάλλευση της διώρυγας. Ο ηγέτης της Κούβας δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκπαιδεύσει με άκρα μυστικότητα 125 καταδρομείς οι οποίοι θα μπουν στον Παναμά και θα φέρουν τα πάνω κάτω υπό τις οδηγίες του Αρίας ο οποίος κινεί τα νήματα, αλλά δεν μπορεί να συμμετάσχει στην επιχείρηση καθότι καθηλωμένος οριστικά πια σε αναπηρικό καροτσάκι από πυροβολισμό συναδέλφου του πολιτικού ο οποίος , σύμφωνα με τις κακές ή τις αληθινές γλώσσες, τον κατηγόρησε αλλά και τον πυροβόλησε για σύναψη σχέσης με τη σύζυγό του. Εκεί ήταν που άρχισαν και τα όποια κουτσομπολιά για το κατά πόσο ο Αρίας ήταν πιστός στην Μαρκγότ. Ας επανέλθουμε όμως στην απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης του Παναμά. Ποιος θα μεταφέρει τους άνδρες του Φιδέλ στον Παναμά; Ή μάλλον ποια; Μα η πανέμορφη μπαλαρίνα Μαργκοτ Φοντέιν με την υπεπ-πολυτελη θαλαμηγό της. Η Φοντέιν ηγείται της θαλάσσιας μυστικής απόβασης, αφήνει τους 125 Κουβανούς στην παραλία και στη συνέχεια κινείται κατά μήκος των ακτών για αντιπερισπασμό.

Ο Φιδέλ ήταν μια αλεπού του πολέμου. Τσάκισε τους αμερικανούς ανατρέποντας το τσιράκι τους Φουλγκένσιο Μπατίστα, τους έδωσε ένα καλό μάθημα στον Κόλπο των Χοίρων αλλά στην περίπτωση του Παναμά, η CIA τον έπιασε στην φάκα. Στρατιώτες του Παναμά, κάνουν έφοδο στη θαλαμηγό και συλλαμβάνουν την Μαργοτ  Φοντέιν ενώ έχουν ήδη τσιμπήσει και τους 125 άνδρες του Κάστρο. Σύμφωνα με τον σχετικό φάκελο του Foreign Office που ανοίχτηκε το 2010, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Τζον Προφιούμο – γνωστός από το μετέπειτα «Σκάνδαλο Προφιούμο» γνώριζε για τις κινήσεις της. «Η Μαρκοτ, με είχε διαβεβαιώσει, θα πει ο Προφούμο, ότι τον Ιανουάριο του ’59, όταν επισκέφθηκε με τον άντρα της την Κούβα, ο Κάστρο υποσχέθηκε να τους στηρίξει». Ποιος κάρφωσε; Ποτέ δεν μάθαμε. Στα αρχεία υπάρχει κατάθεση και του τότε Βρετανού πρέσβη στον Παναμά, σερ Ιαν Χέντερσον, ο οποίος χαρακτηριζεί εντελώς ανεύθυνη την στάση της Φοντέιν.  Το θέμα είχε λάβει τεράστια δημοσιότητα. Η διασημότερη μπαλαρίνα του κόσμου βρισκόταν κλεισμένη στη φυλακή, ενώ φημολογούνταν ότι στην απόπειρα μπλεκόταν και ο Τζον Γουέιν, το τηλέφωνο του οποίου βρέθηκε στην ατζέντα της. Η εξοργισμένη κυβέρνηση του Παναμά δεχόταν τα τηλεφωνήματα του καλλιτεχνικού κατεστημένου του Λονδίνου και ο διευθυντής του Κόβεντ Γκάρντεν ασκούσε πιέσεις στο υπουργείο Εξωτερικών ώστε «να γίνει καθετί δυνατό για την απελευθέρωση της μπαλαρίνας». Λίγες ημέρες αργότερα η Φοντέιν απελευθερώθηκε και επέστρεψε στο Λονδίνο. Οι 125 επαναστάτες που πήγαν να στήσουν αντάρτικο στα βουνά του Παναμά ωστόσο, δεν βρέθηκαν ποτέ. Από τότε η 39χρονη τότε, μπαλαρίνα, η οποία βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της, απέφυγε κάθε σχετική ερώτηση.

Ένα χρόνο αργότερα, στα σαράντα της πλέον, η Φοντέιν αν και σε δαιμονισμένα καλή φόρμα, σκέφτηκε να εγκαταλείψει τον χορό ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την ανάδειξη άλλων μπαλαρίνων. Τότε όμως είναι που γνωρίζεται με τον μόλις 23 ετών σοβιετικό Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο οποίος έχει αυτομολήσει από τη μαμά Μόσχα. Και αντί να κρεμάσει τις πουέντ της, η Μαργκότ τις δένει ακόμη πιο σφιχτά και ανοίγει έναν δεύτερο εξίσου λαμπρό κύκλο μαζί με τον Νουρέγιεφ με τον οποίον τους συνέδεε πάντα μια βαθιά φιλία αλλά και κάποια περίεργα μπλεξίματα. Από τα νύχια της CIA η Μαργκότ, βρέθηκε στα κρατητήρια του Σαν Φρανσίσκο. Τελικά, πάντα την πήγαινα αυτήν την κοπέλα.

 

Η σύλληψη και ο Νουριέγιεφ

12 Ιουλίου 1967. Ώρα 3 το πρωί. Μια παρέα 15 χίπηδων γλεντά, πίνει, σπάει, φώναζει και κανει χρήση ναρκωτικών. Μετά από καταγγελίες κατοίκων για διατάραξη κοινής ησυχίας, η αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο φθάνει στην κατοικία. Όταν μπήκαν μέσα ανακάλυψαν ποσότητες μαριχουάνας και πορνογραφικό υλικό που είχε σε κάποιο συρτάρι, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Οι περισσότεροι έμειναν στις θέσεις τους.

Ένα άτομο όμως, σκαρφάλωσε στη στέγη για να διαφύγει και μετά από κυνηγητό συνελήφθη. Είναι ο Νουρέγιεφ. Μια γυναίκα κρύφτηκε πίσω από το πρεβάζι του μπαλκονιού αλλά η κρυψώνα της προδόθηκε, όταν ο αστυνομικός φακός φώτισε την ακριβή άσπρη γούνα της. Ήταν η διάσημη μπαλαρίνα, Μαργκότ Φοντέιν. Η μπαλαρίνα όταν είδε τους αστυνομικούς δεν έχασε την ψυχραιμία της, ούτε τους καλούς της τρόπους. Ήταν ευγενική μαζί τους και απάντησε αμέσως στις ερωτήσεις που της έκαναν. Δεν συνέβη το ίδιο όμως και με τον Νουρέγιεφ ο οποίος αν και σοβιετικός, τους «στόλισε με αρκετά γαλλικά».

Οι συλληφθέντες διάσημοι και άγνωστοι, επιβιβάστηκαν σε κλούβα και οδηγήθηκαν στο τμήμα για αποτυπώματα, φωτογραφίες και διανυκτέρευση. Η είδηση της σύλληψης του Νουρέγιεφ και της Φοντέιν, έγινε αμέσως γνωστή το κτήριο της αστυνομίας γέμισε με δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Ο Νουρέγιεφ δεν μίλησε σε κανένα και δεν απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Τότε τραβήχτηκε και η κλασσική πόζα δίπλα από δύο άλλους συλληφθέντες με το αγέρωχο, σχεδόν αυθάδικο σήκωμα του κεφαλιού, με το οποίο ήταν σαν να έλεγε ότι δεν είχε να δώσει καμία εξήγηση σε κανέναν. «Τι βλακεία!. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη καπνίζουμε», ήταν τα μόνα λόγια που είπε. Ο Νουρέγιεφ και η Φοντέιν είπαν στους αστυνομικούς ότι νωρίτερα είχαν πάει σε ένα πάρτι στο κέντρο του Σαν Φρανσίσκο. Εκεί δέχθηκαν μια προσκληση να επισκεφτούν σαν τουρίστες, την φημισμένη περιοχή των χίπηδων, Haight-Ashbury. Επέμεναν ότι έφθασαν δέκα λεπτά πριν τους αστυνομικούς και ότι δεν είχαν απολύτως καμία σχέση με τα ναρκωτικά. Τελικά δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον τους, καθώς δεν βρέθηκαν επιβαρυντικά στοιχεία.

Το ντουέτο που μάγευε το κοινό

Το δυναμικό ντουέτο είχε ότι χρειαζόταν. Την λυρική αλλά ορμή του πιτσιρικά  σοβιετικού νουρέγιεφ που είχε μάθει το μπαλέτο στην αθάνατη καλλιτεχνικά σοβιετική ένωση αλλα και την πείρα, την ομορφιά και τη χάρη της πιο μεγάλης δυτικοευρωπαίας χορεύτριας. Το ντουέτο άφησε άφωνο το κοινό στους κλασικούς ρόλους της «Λίμνης των Κύκνων», της «Ζιζέλ» και του «Ρωμαίου και Ιουλιέτας», αναγκάζοντας τους κορυφαίους χορογράφους του πλανήτη να φτιάξουν ρόλους ειδικά για το περιβόητο δίδυμο: ο Άστον τους χάρισε το «Μαργαρίτα και Αρμάνδος» και η Μάρθα Γκράχαμ δημιούργησε τον «Λούσιφερ» για χάρη τους! Για τα επόμενα 15 χρόνια, Φοντέιν και Νουρέγιεφ χόρεψαν σε όλο τον κόσμο, με το κοινό που παραληρούσε στις παραστάσεις τους να τους αναγκάζει ακόμα και σε 43 αυλαίες (το 1965)! Άλλοτε πάλι τους χειροκροτούσαν όρθιοι για 40 ολόκληρα λεπτά! Ποτέ άλλοτε το μπαλέτο δεν έζησε τέτοιες εκδηλώσεις. H «Ωραία Κοιμωμένη» θεωρείται ευρύτατα ότι δεν ξαναπαρουσιάστηκε ποτέ έτσι όπως την ενσάρκωσε η Φοντέιν.

Το 1951 η Φοντέιν τιμήθηκε με το μετάλλιο Ταξιάρχης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αποκτώντας το τιμητικό «Dame» πριν από το όνομά της. Το 1979 τιμήθηκε από τα Βασιλικά Μπαλέτα της Αγγλίας με τον τίτλο της «prima ballerina assoluta», έναν τίτλο που έχει δοθεί μόλις σε τρεις μπαλαρίνες του 20ού αιώνα! Η Φοντέιν έγινε πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας Χορού το 1954 και τιμήθηκε εκτεταμένα με βραβεία και τιμητικά διδακτορικά.

Με τον σύζυγό της Αρίας, παρά τις χωριστές καριέρες και τις γεωγραφικές αποστάσεις, παρέμεινε μαζί, ως το τέλος του. Ο Αρίας ξανακατηγορήθηκε από τις κακές, ή αληθείς γλώσσες για απιστία. Όντας ανάπηρος, δεν είχε τη δυνατότητα να απομακρύνεται εύκολα από τον Παναμά. Όταν η Φοντέιν δεν ήταν εκεί, λέγεται πως μια άλλη γυναίκα, ονόματι Anabella Vallarino, έπαιζε το ρόλο της σκιώδους, μυστικής συζύγου. Όταν η Φοντέιν γυρνούσε, η Vallarino απλά έφευγε. Όταν Αρίας πέθανε στις 22 Νοεμβρίου του 1989 η Vallarino αυτοκτόνησε πίνοντας ένα μπουκάλι χλωρίνη. Θάφτηκαν την ίδια μέρα.

H τελευταία παράσταση

Σε ηλικία 60 χρονών η Μαργκότ δίνει την αποχαιρετιστήρια παράστασή της στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, σε μια βραδιά κατά την οποία, όποιος είχε μάτια έκλαψε από τη συγκίνηση. Μέσα σε μια ανεπανάληπτη αποθέωση η Φοντέιν έκλεινε μια σπουδαία καριέρα που ελάχιστες άλλες πρίμες μπαλαρίνες έχουν ευτυχήσει να απολαύσουν. Μια καριέρα στις μεγάλες σκηνές του κόσμου, στα φθηνά αλλά τίμια σκηνικά για το καλό ενός αγώνα ενάντια στο φασισμό κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια πορεία με πολύ Παναμά και παρέες με τον Φιντέλ Κάστρο αλλά και βόλτα στα κρατητήρια του Σαν Φρανσίσκο με τον κολλητό της τον Νουρέγιεφ.  Η Φοντέιν αποσύρθηκε στην οικία της στον Παναμά, ως ναι, εκεί και πέθανε χτυπημένη από καρκίνο στις 21 Φλεβάρη του 1991.