Μαθήματα από το Άουσβιτς

“Ένα από τα μαθήματα του Άουσβιτς είναι, ακριβώς, ότι το να καταλάβει κανείς τον τρόπο σκέψης ενός κοινού ανθρώπου είναι απείρως δυσκολότερο από το να καταλάβει τον τρόπο σκέψης του Σπινόζα ή του Δάντη – και υπό αυτή την έννοια μπορεί, επίσης, να κατανοηθεί η τόσο συχνά παρεξηγημένη δήλωση της Χάννα Άρεντ για την «κοινοτοπία του κακού», γράφει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στο «Αυτό που μένει από το Άουσβιτς», σχολιάζοντας τη μαρτυρία του Σάλμεν Λέβενταλ –μέλους του  Sonderkommando- γραμμένη σε φύλλα χαρτί που έθαψε δίπλα στο κρεματόριο ΙΙΙ. Τα σπαράγματα αυτά μνήμης βρέθηκαν δεκαεφτά χρόνια μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς από το σοβιετικό στρατό στις 27 Γενάρη 1945, που θα τιμήσουμε τη μεθεπόμενη Κυριακή και στην πόλη μας.

Του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη* 

«Το πώς ακριβώς συνέβησαν τα γεγονότα, γράφει ο Λέβενταλ, δεν μπορεί κανένα ανθρώπινο ον να το φανταστεί και, πράγματι, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι οι εμπειρίες μας μπορούν να αποτυπωθούν όπως ακριβώς συνέβησαν… ολόκληρη η αλήθεια είναι πολύ πιο τραγική, ακόμα πιο τρομακτική…».

Μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τα πραγματολογικά της στοιχεία είναι η  ιστορία του Ολοκαυτώματος. Αυτό, βέβαια, δεν δικαιώνει όσους θα επιθυμούσαν να παραμείνει για πάντα ακατανόητο, θεωρώντας ότι δεν έχει νόημα  να αναζητούμε τα αίτια της κτηνωδίας των θυτών και της άφατης τραγωδίας των θυμάτων, όταν τα τελευταία, όπως ο Λέβενθαλ, το παρουσιάζουν μερικές φορές ως ένα άλυτο αίνιγμα, λυγίζοντας, προφανώς, κάτω από το βάρος του απόλυτου αυτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας.

«Η απορία του Άουσβιτς είναι, πράγματι, η ίδια η απορία της ιστορικής γνώσης: η μη σύμπτωση μεταξύ γεγονότων και αλήθειας, μεταξύ παρατήρησης και κατανόησης. Μεταξύ της θέλησης να καταλάβει κανείς τα πάντα και υπερβολικά νωρίς, ίδιον όσων διαθέτουν εξηγήσεις για τα πάντα και αρνούνται να κατανοήσουν», τονίζει ο Αγκάμπεν.

Το ερώτημα, επομένως, πώς θα αναμετρηθούμε με τις «σκοτεινές» ή θα γράψουμε τις «λευκές»» σελίδες της ιστορίας που παραμένουν τραυματικές και επίμαχες, όπως το Ολοκαύτωμα – χωρίς αυτό να καταντά μαρτυρολόγιο ή ηθικό καθήκον – είναι κρίσιμο και απαιτεί τεκμηριωμένες απαντήσεις. Γιατί, όπως τονίζει ο Τέοντορ Αντόρνο στο δοκίμιό του Η Εκπαίδευση μετά το Άουσβιτς,  «η απειλή υποτροπής στη βαρβαρότητα συνεχίζει να υπάρχει, καθώς οι βασικές συνθήκες που ευνόησαν αυτή την υποτροπή εξακολουθούν, σε μεγάλο βαθμό, να μην έχουν αλλάξει. Αυτός είναι ο καθολικός τρόμος.  Η κοινωνική πίεση εξακολουθεί να υφίσταται, αν και ο κίνδυνος παραμένει αόρατος στις μέρες μας. Ωθεί τους ανθρώπους στο ανείπωτο και μαζικά εγκλήματα εξακολουθούν να διαπράττονται… Πρέπει κανείς να γνωρίζει τους μηχανισμούς που καθιστούν τους ανθρώπους ικανούς για τέτοιες πράξεις και να μοχθήσει ξυπνώντας την κοινή συνείδηση γύρω από αυτούς τους μηχανισμούς, ώστε να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να γίνουν ξανά έτσι».

Όσο οι Θεσσαλονικείς  δεν αναμετρώνται με τις πιο μελανές σελίδες από την ιστορία της πόλης τους,

Όσο η πόλη θα συνεχίζει να τηρεί δύο ξεχωριστούς καταλόγους θυμάτων,

τόσο τα φαινόμενα μισαλλοδοξίας, απάθειας και αυταρχισμού θα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.

Όσο η ιστορία της Θεσσαλονίκης αποφεύγει να μάθει, να στοχαστεί και να αντιμετωπίσει το τραγικό γεγονός ότι το ένα τρίτο του πληθυσμού της εξοντώθηκε  με την αποτρόπαιη, παράλογη και εγκληματική συνέργεια των κατοχικών δυνάμεων  και  των αρχών της ίδιας της πόλης,

Όσο με διάφορα ανιστόρητα τερτίπια δεν καθαρίζουν οι δρόμοι της από τα ονόματα συνεργατών των ναζί που ονοματοθέτησε, καθόλου τυχαία, η διορισμένη από τη χούντα διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς οι συντηρητικές αρχές της πόλης φρόντισαν να συσκοτίσουν και να ρίξουν στη λήθη ως «μη εθνικώς ορθή» την κοινωνική της ιστορία,

τόσο τα ακροδεξιά φαινόμενα θα  ενισχύονται στην κοινή συνείδηση.

Η έκδοση των ΕΛΤΑ υπό την αιγίδα του υπουργείου Ψηφιακής πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης εκτός από απόδοση τιμής στους μάρτυρες-ήρωες  του Ολοκαυτώματος, αφορά κυρίως τους σημερινούς κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Γιατί η συσκότιση, η συγκάλυψη και η άγνοια όσων έγιναν στην πόλη στη διάρκεια της Κατοχής,  βαραίνει στη συλλογική της μνήμη  ακόμη και σήμερα.

Με το συγκλονιστικό αυτό λεύκωμα στη Θεσσαλονίκη  συμπληρώνεται μια ακόμα «λευκή σελίδα» από την χωρίς κάθαρση τραγωδία της πόλης μας που ξεκίνησε το «μαύρο Σάββατο» της 11ης Ιουλίου 1942 στην πλατεία Ελευθερίας, με τον δημόσιο εξευτελισμό των υποψήφιων προς καταναγκαστική εργασία στο Ράιχ. Μέσα σε δυόμισι μήνες, η θνησιμότητα των αρρένων μελών της Ισραηλιτικής Κοινότητας ηλικίας 18 έως 45 ετών έφτασε στο 12% λόγω των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας, του υποσιτισμού και των ασθενειών.

Η φυσική εξόντωση των εβραϊκής καταγωγής συμπολιτών μας συνδυάστηκε και με την εξαφάνιση της Ιστορίας τους -καταστροφή του νεκροταφείου και απάλειψη των εβραϊκών ονομάτων από τους δρόμους της πόλης από τους συνεργούς των κατοχικών δυνάμεων δημάρχους Κ. Μερκουρίου και Γ. Σερεμέτη- αλλά και με τη διαρπαγή των περιουσιών τους από «μεσεγγυούχους» και δωσίλογους ταγματασφαλίτες. Μάλιστα το 1947 οι «μεσεγγυούχοι» είχαν συστήσει σωματείο κατά των «εβραϊκών απαιτήσεων»!

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που απελευθέρωσαν τη Θεσσαλονίκη (30.10.1944) και η βραχύβια ΕΑΜική εξουσία αποκατέστησαν αρκετούς από τους εναπομείναντες Εβραίους που καταπατήθηκαν οι περιουσίες τους. Αντίθετα, ολόκληρο το 1945 μόλις 37 περιουσίες επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους.

Η ανάδειξη της Ιστορίας της κατοχικής περιόδου πρέπει, επιτέλους, να συνδυαστεί με την υλική αποκατάσταση των θυμάτων του ναζισμού από το σύγχρονο γερμανικό κράτος. Μια υποχρέωση, την οποία ανέλαβε με τη Συμφωνία του Λονδίνου στις 27-2-1953 (άρθρο 17 παρ. 3 α). Για παράδειγμα, η επιστροφή των λύτρων που κατέβαλε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης στις κατοχικές αρχές, στην απεγνωσμένη προσπάθεια να γλιτώσει τα άρρενα μέλη της από την εξοντωτική καταναγκαστική εργασία. Ένα αδικαίωτο αίτημα που τεκμηριώνεται και με το πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών.

Μια τέτοια χειρονομία θα αποτελέσει πράξη ιστορικής δικαιοσύνης αλλά και ανάχωμα-πολιτικό όπλο απέναντι στους θιασώτες του ναζισμού και του ρατσισμού. Απέναντι στον ιστορικό αναθεωρητισμό, που εξισώνει τους θύτες με τα θύματα, τους δωσίλογους με αυτούς που αντιστάθηκαν στον φασισμό. Απέναντι σε κυβερνήσεις που, με αφορμή το προσφυγικό, σπέρνουν την ξενοφοβία επιδιώκοντας να μετατρέψουν την Ευρώπη σε φρούριο απέναντι στης «γης τους ξεριζωμένους».

Η Θεσσαλονίκη έχει πολλά να κερδίσει αναγνωρίζοντας το παρελθόν της. Γιατί δεν υπήρξε μόνο -αναλογικά με τον πληθυσμό της- η πλέον μετά τη Βαρσοβία μαρτυρική πόλη της Ευρώπης, αλλά και η πόλη όπου ιδρύθηκε, στις 15 Μαΐου 1941, η «Ελευθερία», η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Το Ολοκαύτωμα πρέπει να αναδειχθεί σε αδιαπέραστο τείχος απέναντι στην επανάληψη της φρίκης. Μόνον έτσι το σύνθημα «Ποτέ πια!» θα πάψει να είναι μια ευχή. Έτσι μόνο η μνήμη του Ολοκαυτώματος αποκτά το πλήρες νόημά της και τιμάται πραγματικά.

«Η ιδέα πως τα κράτη της Ευρώπης μπορούν να ξεφύγουν από τις φρικαλεότητες του 20ού αιώνα προς ένα καλύτερο μέλλον, στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ήταν ένα όνειρο. Σήμερα, […]επειδή εμείς έχουμε μια ξεκάθαρα πιο κυνική άποψη για την Ευρώπη όπως αυτή μας παρουσιάζεται, είναι ίσως η κατάλληλη ευκαιρία να γυρίσουμε πίσω στον κόσμο της δεκαετίας του 1940, στην οποία βρισκόταν έθνος αντιμέτωπο με έθνος και καταστρεφόταν παραπέρα ένας ήδη φτωχοποιημένος κόσμος, ο κόσμος των Ελλήνων εργατών γης, των αγροτών και των εργοστασιακών εργατών», γράφει ο Μάρκ Μαζάουερ στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης (2016) του βιβλίου του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», εκδ. Αλεξάνδρεια, 1993. Πολύ επίκαιρα –δυστυχώς.

*Ο Τρ. Μηταφίδης, είναι βουλευτής  ΣΥΡΙΖΑ  Α΄ Θεσσαλονίκης,

Πρόεδρος Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τις Γερμανικές (Κατοχικές) Οφειλές

Ομιλία κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Γεώργιου Πηλιχού «Άουσβιτς: Έλληνες – Αριθμός Μελλοθανάτου».