Μόλις ένας στους 10 με καρδιακή ανεπάρκεια συμμορφώνεται με τις ιατρικές συμβουλές

Κατά τη διάρκεια του διεθνούς συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας «Heart Failure 2019», το οποίο διεξάγεται στην Αθήνα (στο Μέγαρο Μουσικής) μεταξύ 25 και 28 Μαΐου, παρουσιάστηκαν νέα δεδομένα από κλινικές μελέτες σχετικά με την καρδιακή ανεπάρκεια.

Λιγότεροι από ένας στους δέκα ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια συμμορφώνονται πλήρως με τις ιατρικές συμβουλές για περιορισμό στην κατανάλωση αλατιού και υγρών, καθημερινό έλεγχο του βάρους, σωματική άσκηση κ.α. Μια νέα έρευνα με επικεφαλής την καθηγήτρια Μπεάτα Γιανκόβσκα-Πολάσκα, του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Βρότσλαβ στην Πολωνία, που έγινε σε 475 ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, δείχνει ότι η μοναξιά είναι ο πιο σημαντικός παράγων που εξηγεί κατά πόσο ο ασθενής θα τηρεί τις οδηγίες των γιατρών και θα παίρνει ανελλιπώς τα φάρμακα του.

«Οι ασθενείς που ζουν μόνοι τους, τα πάνε χειρότερα σε κάθε επίπεδο. Τα μέλη της οικογένειας παίζουν κομβικό ρόλο στο να βοηθήσουν τους ασθενείς να ακολουθούν τις ιατρικές συστάσεις, ιδίως τους πιο ηλικιωμένους, παρέχοντας τους συναισθηματική υποστήριξη, πρακτική βοήθεια και συμβουλές», δήλωσε η Πολωνή ερευνήτρια.

Η μελέτη βρήκε ότι μόνο το 7% των ασθενών ακολουθούν όλες τις μη φαρμακευτικές συμβουλές και μόνο το 58% παίρνουν κανονικά τα φάρμακα τους. Οι γυναίκες είναι χειρότερες από τους άνδρες και οι άνω των 65 χειρότεροι από τους νεότερους. Οι ασθενείς που είναι αμελείς, αδιάφοροι ή ξεχασιάρηδες, εμφανίζουν επιδείνωση των συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας και αυξημένο κίνδυνο για εισαγωγή στο νοσοκομείο.

Στην καρδιακή ανεπάρκεια η καρδιά δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά, ο ασθενής νιώθει δύσπνοια, εμφανίζει πρήξιμο στα πόδια ή άλλα σημεία και έχει αίσθημα κόπωσης, καθώς υγρά συσσωρεύονται στο σώμα του και οι μύες λαμβάνουν ανεπαρκές αίμα και οξυγόνο. Ο καθημερινός έλεγχος του βάρους δείχνει κατά πόσο χειροτερεύει η κατακράτηση των υγρών, ενώ η μείωση του αλατιού και των υγρών βοηθούν στη μείωση των υγρών.

Μια άλλη γερμανική μελέτη, που παρουσιάστηκε στο συνέδριο, με επικεφαλής τον καρδιολόγο, Τομπίας Πφέφερ, της Ιατρικής Σχολής του Ανοβέρου, δείχνει ότι ο κίνδυνος περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας είναι πενταπλάσιος στις γυναίκες που μένουν έγκυες με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Πρόκειται για μια σπάνια αλλά επικίνδυνη πάθηση που εμφανίζεται σε περίπου μία έγκυο στις 1.000 και μπορεί να απειλήσει τη μητέρα και το μωρό της, καθώς η καρδιά της εγκύου διογκώνεται και εξασθενεί στο τελικό στάδιο της εγκυμοσύνης ή μετά τη γέννα.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι οι γυναίκες που ακολουθούν υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και έχουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, πρέπει εσπευσμένα να δουν το γιατρό τους. Τέτοια προειδοποιητικά σημάδια μπορεί να είναι η δυσκολία αναπνοής, το πρήξιμο των ποδιών και το ξύπνημα μέσα στη νύχτα, λόγω της ανάγκης ούρησης. Επειδή είναι δύσκολο να διακριθούν τα φυσιολογικά συμπτώματα δυσφορίας της κύησης από εκείνα της καρδιακής ανεπάρκειας, η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια συχνά διαγιγνώσκεται με μεγάλη καθυστέρηση.

«Σε όλες τις γυναίκες που έχουν συλλάβει τεχνητά, οι γυναικολόγοι και οι γιατροί των κλινικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής πρέπει να συμβουλεύουν καρδιολογικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένου του υπερηχοκαρδιογραφήματος, μετά τον τοκετό ή λίγο πριν, για να αποκλείσουν την πιθανότητα περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας», δήλωσε η καθηγήτρια καρδιολογίας Ντενίζε Χίλφικερ-Κλάινερ του Πανεπιστημίου του Ανοβέρου, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι κάθε πρόσθετος κύκλος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο.

Ο καθηγητής Ιωάννης Γουδέβενος του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, στο πλαίσιο του συνεδρίου, δήλωσε ότι τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται αύξηση στον αριθμό των ασθενών στην Ελλάδα, που νοσηλεύονται για καρδιακή ανεπάρκεια.

Αν και στη χώρα μας δεν υπάρχουν σχετικές επίσημες στατιστικές, εκτίμησε ότι περίπου το ένα τρίτο των συνολικών εισαγωγών στα νοσοκομεία οφείλονται σε καρδιακή ανεπάρκεια. Επίσης, όπως είπε, παρατηρείται ότι ανεβαίνει συνεχώς η ηλικία των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια προχωρημένου σταδίου, ενώ εξαιτίας της συνύπαρξης άλλων ασθενειών (π.χ. νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση κ.α.) μόνο το 30% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια μπορούν να πάρουν τις βέλτιστες δόσεις των αναγκαίων φαρμάκων.