Να σκεφτούμε την πόλη από την αρχή

Ο Αράτα Ισοζάκι ο Ιάπωνας αρχιτέκτονας που κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Πρίτζκερ,  το ανάλογο για την Αρχιτεκτονική των βραβείων Νόμπελ, έχει υπογράψει σχεδιαστικά δεκάδες εμβληματικά έργα ανά την υφήλιο, ανάμεσά τους και την πτέρυγα Μ2 του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Ο Ισοζάκι γεννήθηκε το 1931 στην Όιτα, μια πόλη στο νησί Κιούσου της Ιαπωνίας και η αρχιτεκτονική του επηρεάστηκε βαθιά από τα παγκόσμια γεγονότα της εποχής. Ήταν μόλις 13 χρονών όταν η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποδεκατίστηκαν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πατρίδα του καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. «Όταν ήμουν αρκετά μεγάλος για να κατανοώ τον κόσμο, η πατρίδα μου είχε καεί ολοσχερώς. Η ατομική βόμβα έπεσε στη Χιροσίμα και έτσι μεγάλωσα στο έδαφος μηδέν. Ήμουν ανάμεσα στα ερείπια και δεν υπήρχε αρχιτεκτονική, κτίρια, ούτε πόλη. Έτσι, η πρώτη μου εμπειρία στην αρχιτεκτονική ήταν το κενό της αρχιτεκτονικής και άρχισα να εξετάζω πώς οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ανοικοδομήσουν τα σπίτια και τις πόλεις τους».

Του Τριαντάφυλλου Τρανού*

Οι συζητήσεις για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της εξίσου κατεστραμμένης Γερμανίας και ειδικότερα του Βερολίνου, επηρεάστηκαν καθοριστικά την δεκαετία του 50 από την λεγόμενη οργανική αρχιτεκτονική, όπως  είναι αυτή  που βρίσκει κανείς  στα αρχεία της συλλογικής επεξεργασίας ενός καινοτόμου σχεδίου για την ανάπλαση του Βερολίνου, το περίφημο, Σχέδιο για το Βερολίνο- Πρώτη Αναφορά (Berlin plant—Erster Bericht), που παρουσιάστηκε στο Βερολίνο το 1946 υπό την καθοδήγηση και το συντονισμό του αρχιτέκτονα Χανς Σαρούν (Hans Scharoun). Παρά τις διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις των εμπνευστών τους, οι τρεις επικρατέστερες εκείνη την περίοδο στρατηγικές σχεδιασμού εμφορούνταν από τον ίδιο στόχο: η κατακερματισμένη, σχεδόν ερειπωμένη πόλη έπρεπε να αναδιαρθρωθεί ριζικά και να αναδυθεί από αυτήν ένα νέο αστικό τοπίο αθώο από τις πολιτικές, αισθητικές και πολεοδομικές καταχρήσεις του παρελθόντος. Προκειμένου να σχεδιαστεί και να οικοδομηθεί η νέα πόλη ως ένα βιώσιμο αστικό  σύστημα που θα ενσωματώνεται αποτελεσματικά στο φυσικό περιβάλλοντα χώρο, οι υπεύθυνοι σχεδίασης θεώρησαν καταρχάς το άστυ ως έναν οργανισμό που αναπτύσσεται σε διάδραση με το φυσικό, κοινωνικό και ανθρώπινο περιβάλλον του.

Ο Σαρούν στην μακρά διάρκεια της καριέρας του, ανέπτυξε μια ιδιαίτερη  προβληματική στην οποία συσχέτιζε με πρωτότυπο τρόπο κοινωνικά ζητήματα με αρχιτεκτονικά. Πίστευε πως η κατοικία και γενικότερα οι χώροι που παράγει η αρχιτεκτονική πρέπει να υπηρετούν την αναγκαία μετάβαση από το ιδιωτικό στο συλλογικό. Ο ίδιος δεν θεώρησε ποτέ ότι είναι φορέας ενός ουδέτερου, διεθνούς στυλ, αλλά επέμενε πως είναι εκπρόσωπος μιας απολύτως συγκεκριμένης πολιτισμικής περιοχής και μιας ιστορικής συνέχειας στην οποία έπρεπε να λογοδοτεί.

Μετά την κατάληψη του Βερολίνου από το Κόκκινο Στρατό ο Σαρούν διορίστηκε επικεφαλής του κατασκευαστικού τομέα και της οικιστικής ανάπτυξης του Βερολίνου. Με την ομάδα των συνεργατών του πρότεινε, όπως προείπαμε, ένα νέο πολεοδομικό σχέδιο για την ανασυγκρότηση της πόλης, το Kollektivplan που συνέδεε με τη μορφή δικτύου τα μεσαιωνικά και τα μοντέρνα στοιχεία της. Το 1946, ο Σαρούν δεν επελέγη εκ νέου και το σχέδιο της ομάδας του το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα και για την αναμόρφωση των εξίσου κατεστραμμένων πόλεων της  Ιταλίας και της Ελλάδας δεν μπήκε ποτέ σε εφαρμογή.

Ο πατριάρχης του ιταλικού πολιτικού σινεμά Φραντσέσκο Ρόζι, γέννημα θρέμμα της Νάπολης, δυο μόλις χρόνια μετά το αριστουργηματικό «Σαλβατόρε Τζουλιάνο» σκηνοθετεί τα «Χέρια Πάνω από την Πόλη». Η ταινία κέρδισε το 1963  το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας και θεωρείται ως μια από τις αντιπροσωπευτικότερες ταινίες  που αποκαλύπτει τη διαπλοκή στελεχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την οικονομική και την πολιτική εξουσία. Το πιο σημαντικό πολιτικά και αισθητικά φιλμ της  δεκαετίας του 60 μας άφησε ως παρακαταθήκη την εμβληματική πλέον φράση που εμφανίζεται στην οθόνη με τους τίτλους του τέλους: «Τα πρόσωπα και τα γεγονότα που αφηγείται η ταινία είναι φανταστικά, η πραγματικότητα όμως που τα δημιούργησε είναι απολύτως αυθεντική»! Η ταινία διατηρεί 55 χρόνια μετά ακέραια τη δύναμη της, που την αντλεί από την διαχρονική επικαιρότητα και τη δυσάρεστη αλήθεια της, γεγονός που της προσδίδει τη διάσταση ενός διαχρονικού ιστορικού ντοκουμέντου που ξεπερνάει την εποχή του. Πρόκειται για ένα έργο που πηγαίνει κατευθείαν στις ρίζες ενός καρκινώματος και το οποίο εκθέτει με χειρουργική ακρίβεια  το φαινόμενο της διαπλοκής ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική εξουσία –μόνιμη και τότε και τώρα- πηγή της διαφθοράς και ανοιχτή πληγή του δημόσιου βίου. Αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς, «τυπικά νόμιμους» μεν, αλλά πάντα στα αμφιλεγόμενα σύνορα του νόμου, με τρόπο ξεκάθαρο, δείχνει πώς μια διεφθαρμένη πολιτική τάξη, σε αγαστή συνεργασία με τους αετονύχηδες επιχειρηματίες και την αόρατη, αλλά πανταχού παρούσα Καμόρα, κρατούν στα βρώμικα χέρια τους μια ολόκληρη πόλη.

Τα παραπάνω είναι χρήσιμα όχι ως γενική γνώση και ως ιστορία της αρχιτεκτονικής και του κινηματογράφου, αλλά ως χρήσιμο εργαλείο για την αποφασιστική συμβολή των πολιτών  στην προστασία και την συν-διαμόρφωση του αστικού χώρου.

Ο αστικός χώρος της Θεσσαλονίκης δεν έπαψε ποτέ να απειλείται με καταστροφή από φαραωνικά επιχειρηματικά σχέδια, που δεν έχουν ούτε σήμερα εκλείψει, και τα οποία έχουν μόνιμο στόχο να σφετεριστούν τους ελεύθερους χώρους που έχουν απομείνει στον πυκνοδομημένο αστικό ιστό. Ανάμεσα σε αυτούς τους χώρους βρίσκεται και η ΔΕΘ η οποία αποτελεί έναν εδραιωμένο και διεθνώς αναγνωρισμένο θεσμό συνυφασμένο με την οικονομία και την ιστορία της πόλης, αλλά και έναν χαλαρά διαμορφωμένο αρχιτεκτονικά και αισθητικά χώρο που, λόγω της κεντρικής του θέσης, επηρεάζει άμεσα τη συνοχή και λειτουργία του αστικού ιστού της, καθώς και την ποιότητα ζωής των κατοίκων της.

Η ανάγκη για την ανάδειξη και τη δημόσια συζήτησή του θέματος των ελεύθερων χώρων της πόλης και της ανάπλασης της ΔΕΘ δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας. Συνδέεται με τα διαρκή οικονομικά σκάνδαλα και την αναξιοπιστία των νεοδεξιών στελεχών της κεντρικής πολιτικής σκηνής αλλά και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σκάνδαλα  που αποκαλύπτονται συνεχώς και με το γεγονός ότι σε δύο μήνες θα έχουμε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές (ταυτόχρονα με τις Ευρωεκλογές). Κυρίως όμως συνδέεται με την προσδοκία πως η σχετική συζήτηση θα βοηθήσει ώστε να τερματιστεί η απάθεια και η «κοινωνική άπνοια» που τίποτε καλό δεν προοιωνίζεται για την πόλη. Η πεποίθηση πως για τους κατοίκους μιας πόλης τα πιο σημαντικά πολιτικά ζητήματα ανάγονται τελικά στην τοπική πολιτική έκφραση ξεκίνησε από την πιο προχωρημένη δημοκρατική πολιτική αντίληψη την δεκαετία του 80 στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, σχεδόν ταυτόχρονα.

Σήμερα αυτή εκφράζεται άριστα στο Σηάτλ, στην Βιέννη, στην Βαρκελώνη και αλλού. Στην Θεσσαλονίκη, πόλη πρωταθλήτρια στην εθνοθρησκευτική υστερία, τον σφετερισμό και την καταστροφή του δημόσιου χώρου και τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος επί του αλήστου μνήμης «τριγώνου» (Παπαγεωργόπουλος – Ψωμιάδης – Άνθιμος), δεν είναι πλέον λίγοι όσοι-ες πιστεύουν πως η όποια ουσιώδης αλλαγή θα προέλθει κυρίως από «τα κάτω», από την τοπική έκφραση της πολιτικής. Η κατασυκοφάντηση και η αδιαφορία γι’ αυτή τη διάσταση της πολιτικής ήταν μέχρι τώρα κάτι που ενθάρρυναν απροκάλυπτα οι κατέχοντες οικονομική ισχύ και οι «προύχοντες» της πόλης, αλλά και ο υπόκοσμος που τους συναγελάζονταν και ο οποίος ρήμαξε τη Θεσσαλονίκη «οριζοντίως και καθέτως» με τις συναλλαγές και τα «45άρια».

Οι δημοκρατικοί πολίτες με τις δικές τους δυνάμεις, με τη συνεργασία μεταξύ τους, αλλά και με τη ψήφο τους πρέπει να προστατέψουν ότι έχει μείνει όρθιο και να μεταμορφώσουν τη σκοτεινιασμένη από τα μνημόνια και τον εθνικισμό Θεσσαλονίκη σε μια ανοιχτή, φωτεινή πόλη όπου ο σεβασμός του δημόσιου χώρου και η αστική υπερηφάνεια θα είναι εφεξής για τους κατοίκους της, το «μέλλον που διαρκεί πολύ»!

Τα ερωτήματα για την φύση αυτού του απαιτητικού εγχειρήματος συνδιαμόρφωσης ενός νέου παραδείγματος πολιτικού πολιτισμού και τη μορφή που αυτό πρέπει να πάρει, όσο και αυτά που αφορούν στις επιμέρους πτυχές του, π.χ για τον χαρακτήρα του δημόσιου χώρου, τις αντινομίες του και τις δυνατές χρήσεις του, η για τον μόνιμο η εφήμερο, χαρακτήρα των οικιστικών δράσεων και την σχέση τους με το άστυ, είναι πολλά και μεγάλα. Για αυτό έχει σημασία να συζητηθούν από τώρα οι προγραμματικές δεσμεύσεις όλων των υποψηφίων δημάρχων και να ξεκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος πάνω σε θέσεις, επιχειρήματα και προγράμματα. Παραδείγματα ανάταξης μιας μεγάλης πόλης ακόμη και μετά την καθολική σχεδόν καταστροφή του αστικού της χώρου είτε στον πόλεμο είτε σε περίοδο ειρήνης, υπάρχουν πολλά. Ας διδαχθούμε επιτέλους από την θετική πείρα, όχι μόνο από την καταστροφή.

*Ο Τριαντάφυλλος Τρανός διδάσκει στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του ΑΠΘ