Ναυτιλία, τουρισμός και μεταφορές είναι τα πρώτα θύματα του κορονοϊού

Αρνητικές επιπτώσεις στη ναυτιλία, τον τουρισμό, τα επισιτιστικά επαγγέλματα και λιγότερο στη βιομηχανία, η οποία πάντως αναμένεται να αντιμετωπίσει προβλήματα στον εφοδιασμό με πρώτες ύλες, αναμένει ο ΣΕΒ εξαιτίας του κορονοϊού. Από την πλευρά του Συνδέσμου Βιομηχανιών Αττικής – Πειραιώς προτάσσονται επίσης οι αναμενόμενες συνέπειες στην οικοδομή και την κτηματαγορά, εξαιτίας τόσο της κάμψης της ζήτησης από το εξωτερικό – και ιδίως από την Κίνα – όσο και από Έλληνες που σχεδίαζαν αγορές ή ανακαινίσεις ακινήτων.

Αυτά προκύπτουν από τις δηλώσεις προς το ΑΠΕ – ΜΠΕ του του Επικεφαλής Οικονομολόγου του ΣΕΒ, Μιχάλη Μασουράκη και του προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχανιών Αττικής και Πειραιώς Δημήτρη Μαθιού για τις επιπτώσεις του κορονοϊού.

Αναλυτικά, ο κ. Μασουράκης σημειώνει τα εξής:

«Η επίπτωση του κορονοϊού στην ελληνική οικονομία εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της επιδημίας. Η Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό και τη ναυτιλία. Η ποντοπόρος ναυτιλία είναι ήδη σε ύφεση, καθώς έχουν πληγεί οι μεταφορές από την Κίνα. Η ενδεδειγμένη πολιτική, για ιατρικούς λόγους, της «κοινωνικής απόστασης» κρατά τους πελάτες μακριά από μαζικά μέσα μεταφοράς, αεροπλάνα, σιδηροδρόμους, εξόδους σε ταβέρνες, μπαρ, κλπ., πλήττοντας τον τουρισμό (σίτιση, διανυκτέρευση). Ο εσωτερικός τουρισμός ήδη πάσχει, και όταν ξεκινήσει και η εποχή του εξωτερικού τουρισμού μετά το Πάσχα, τα προβλήματα ζήτησης θα ενταθούν.

Από την άλλη μεριά, η βιομηχανία μας, επειδή δεν έχει μεγάλη συμμετοχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες διεθνώς, θα υποφέρει λιγότερο από την αναστάτωση στις παγκόσμιες αγορές, αν και θα αντιμετωπίσει θέμα επάρκειας εισαγόμενων πρώτων υλών και μειωμένων εξαγωγών, λόγω επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας διεθνώς. Όσον αφορά στη λειτουργία των επιχειρήσεων και την παρουσία των εργαζομένων στους τόπους δουλειάς, πρέπει να επιδειχθεί ευελιξία από τους εργαζόμενους και τους εργοδότες, αλλά και από τις κρατικές υπηρεσίες, για να μην μειωθούν μισθοί και χαθούν θέσεις εργασίας.

Αν και στον τουρισμό, το λιανικό εμπόριο και την βιομηχανία δεν νοείται, βεβαίως, εργασία από μακριά, στα γραφεία και τις τράπεζες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η τηλεργασία, σε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από επιδημιολογικούς λόγους. Και η κυβέρνηση πρέπει να είναι έτοιμη να διαφυλάξει τη ρευστότητα, ακόμη και με δημοσιονομικό κόστος, ιδίως σε μια οικονομία που το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε φάση ανασυγκρότησης. Η κυβέρνηση θα πρέπει, επίσης, να αντισταθμίσει τυχόν φαινόμενα υπερβολής, καθώς απελευθερώνονται οι διαδικασίες προστασίας υπερχρεωμένων ευάλωτων νοικοκυριών μετά την 30η Απριλίου. Όλα, βεβαίως, τελούν υπό την αίρεση του πως θα ανταποκριθεί η παγκόσμια οικονομία, μαζί με τη στήριξη που θα παράσχουν κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις στις χειμαζόμενες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, στις προκλήσεις που θέτει η πανδημία του κορονοϊού».

Από την πλευρά του ο κ. Μαθιός επισημαίνει ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι δεν υπάρχει προς το παρόν εικόνα συναγερμού. Σημειώνει ωστόσο ότι πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις στο λεκανοπέδιο της Αττικής, που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της οικοδομής (δομικά υλικά, χρώματα, σίδερα), αναμένουν να δουν αν θα συνεχιστεί η κινητικότητα που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα σε αγορές και κατασκευές, αν δηλαδή θα συνεχιστεί η ανοδική τάση ή θα μεταβληθεί. Μια επίπτωση για παράδειγμα έχει σχέση με την αναδίπλωση των Κινέζων επενδυτών στην αγορά ακινήτων, οι οποίοι εκτός από οικιστικά ακίνητα ενδιαφέρονται και για παλιές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οικόπεδα κ.α., προκειμένου να προχωρήσουν σε αναπλάσεις. Αυτά προς το παρόν έχουν ανασταλεί. Βλέπουμε έλλειψη πρώτων υλών και συσκευασιών, που μας ανησυχεί για άνοδο των τιμών, όπως έχουμε εντοπίσει και με τις άλλες βιομηχανικές οργανώσεις. «Από πλευράς Συνδέσμου παρακολουθούμε τις εξελίξεις και ενημερώνουμε τα μέλη μας», καταλήγει ο κ. Μαθιός.