«Η σφαγή του Αγ. Βαλεντίνου» – Το μαφιόζικο έγκλημα που… οδήγησε στη σύλληψη του Αλ Καπόνε

O George Bugs Moran γεννήθηκε στις 21 Αυγουστου του 1893 ως Adelard Cunin στο Σεν Πολ της Μινεσότα των ΗΠΑ και ήταν γιος γάλλων μεταναστών που βρέθηκαν στον νέο κόσμο για ένα καλύτερο και ενδεχομενως πιο γλυκό κομμάτι ψωμί. Μαθητής ακόμη του ιδιωτικού σχολείου Creighton, ο Μοράν έγινε μέλος μιας τοπικής συμμορίας ανηλίκων. Γρήγορα εγκατέλειψε το σχολείο πριν γίνει 18 χρονων και λίγο αργότερα συνελήφθη για ληστεία σε κατάστημα. Καθότι ανήλικος τον στέλνουν πακέτο σε αναμορφωτήριο. Και από εκεί την… έκανε. Τη φυλακή την είδε τρεις φορές μέχρι να γίνει 21 χρόνων.

Την τρίτη φορά, δραπετεύει και το σκάει για το Σικάγο όπου και εκεί πέφτει στην τσιμπιίδα του νόμου στην προσπάθεια του να ληστέψει μια αποθήκη. Η ζωή του ήταν γενικώς πίσω από σίδερα. Είτε τα κρατούσε για να ληστεύει ή να σκοτώνει, είτε για να του κρύβουν τη θέα για τον έξω κόσμο.  Παντρεύτηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια της καριέρας του ως γκάνγκστερ. Με την πρώτη σύζυγό του χώρισε διότι δεν ενέκρινε εκείνη, και καλά έκανε το κορίτσι, τον τρόπο ζωής του.

Σύντομα θα μπει στη συμμορία που διηύθυνε ο Charles “the Ox” Reiser . Εκεί ο Μπαγκς θα γνωριστεί και θα συμπορευτεί με μια χούφτα αρχικά τουλάχιστον λουλουδιών του υποκόσμου όπως οι Dean O’Banion, Hymie Weiss, και Vincent Drucci. Είναι τα παιδιά που λίγα χρόνια αργότερα θα συστήσουν τη μία από τις δύο πιο μεγάλες οργανώσεις γκάνγκστερ του Σικάγο , τη λεγόμενη   “Βόρεια Πλευρά”, στην οποία κυριαρχεί το Ιρλανδικό στοιχείο, με κάποια μέλη, λίγα όμως, γηγενείς Aμερικανούς και ελάχιστους Πολωνούς.

Ο Αλφόνσο, ή Αλ Καπόνε, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1899 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και ήταν το τέταρτο από τα συνολικά εννέα παιδιά του Γκαμπριέλε Καπόνε και της Τερεζίνα Ραΐολα, Ιταλών μεταναστών από την Νάπολη. Σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το σχολείο ενώ ήταν ήδη μέλος δύο συμμοριών. Ανήκε και στους «Μαχαιροβγάλτες» του Μπρούκλιν αλλά και στους «Σαράντα κλέφτες Τζούνιορς». Άρχισε να δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά και σύντομα έγινε μέλος της συμμορίας του Μανχάταν την θρυλική, «Five Points». Τότε ήταν που έπιασε δουλειά στο πανδοχείο Χάρβαρντ του Φράνκι Γαίηλ. Εκεί απέκτησε και τις ουλές στο αριστερό του μάγουλο, που του χάρισαν το προσωνύμιο «Scarface» (= Σημαδεμένος). Αιτία ήταν ένα τολμηρό σχόλιο για την αδερφή ενός θαμώνα, ο οποίος δεν δίστασε να του χαράξει το μάγουλο. Στη Νέα Υόρκη ο Καπόνε απέκτησε φήμη σκληρού και, ύστερα από μια δολοφονία, που πιστεύεται ότι διέπραξε, ο Τζόνι Τόριο, αρχηγός της συμμορίας του Καπόνε, αποφάσισε να αφήσει την πόλη. Έτσι το 1920 μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του, δηλαδή την Ιρλανδή σύζυγό του Μαίρη Κάφλιν, και τον γιο του Άλμπερτ Σόνυ Φράνσις Καπόνε, στο Σικάγο όπου γίνεται Νο2 στην ηγεσία της συμμορίας της Νότιας Πλευράς, τη συμμορία των Ιταλών.

Το μεταναστευτικό κύμα της τελευταίας περιόδου του 19ου αιώνα εναπόθεσε ένα ετερόκλητο πλήθος νέων πολιτών στις ακτές της Αμερικής. Αυτοί οι τελευταίοι μετανάστες γρήγορα διαπίστωσαν ότι οι πρόδρομοί τους υπέμεναν έναν τρόπο ζωής στέρησης και δυστυχίας. Προερχόμενοι από την Ιρλανδία, τη Σικελία ή την Ουαλία οι νεοφερμένοι δεν έχασαν την ευκαιρία να επωφεληθούν οικονομικά, παρέχοντας μερικές ανθρώπινες διευκολύνσεις. Πρόσφεραν από τυχερά παιχνίδια μέχρι γυναίκες, έγιναν ιδιοκτήτες μικρών μπαρς την ίδια ώρα που οι διεφθαρμένες αρχές έκαναν τα στραβά μάτια.

Παρόλο που οι πουριτανικοί κανόνες συμπεριφοράς απαγόρευαν τη μέθη, δεν απέκλειαν τη μέτρια κατανάλωση ποτών, ιδιαίτερα με τη μορφή της μπύρας . Η ιστορία ξεκίνησε με την επικύρωση της 18ης τροπολογίας, η οποία απαγόρευσε την παραγωγή, την πώληση ή τη μεταφορά των αλκοολούχων ποτών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σταυροφόροι και οι οργανισμοί εναντίον του αλκοόλ έδωσαν ώθηση στην τροποποίηση, το 1919, παίζοντας με το φόβο για ηθική παρακμή μίας χώρας που μόλις βγήκε από τον πόλεμο. Ο Νόμος Βόλστερντ, καθόρισε τους κανόνες επιβολής της απαγόρευσης που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1920. Από εκεί και πέρα, ούτε σταγόνα φίλες και φίλοι.  Οι έφοδοι των αστυνομικών στα αποστακτήρια έμοιαζαν με εκείνες των Ες Ες σε καταγώγια κομμουνιστών. Τα μπαρ έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Το πιο τραγικό θέαμα για τους φίλους του αλκόολ ήταν όχι απλώς η κατάσχεση. Ήταν το να βλέπουν τόνους από ουίσκυ, τζιν, ρούμι, μπύρα να χύνεται στους δρόμους προς συμμόρφωση. Κάθε δράση γεννά και αντίδραση. Η απαγόρευση γύρισε μπούμερανγκ. Ο κόσμος συνέχισε να πίνει και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Οι τιμές του αλκοόλ εκτοξεύθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Μάλιστα, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσδιόρισαν την αύξηση σε 300%. Τα μαγαζιά που πουλούσαν παράνομα αλκοόλ ξεφύτρωναν το ένα πίσω από το άλλο. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, περίπου 30.000 υπήρχαν μόνο στην πόλη της Νέας Υόρκης. Συμμορίες του δρόμου εξελίχθηκαν σε αυτοκρατορίες που επιδίδονταν σε κλοπές, ληστείες και παράνομη παρασκευή αλκοόλ. Στο Σικάγο, δύο ήταν οι κυρίαρχες και ήταν αυτές που προαναφέραμε. Της Βόρειας και της Νότιας πλευράς.

          Tα ονόματα των συμμοριών προέρχονταν από τις περιοχές της πόλης που ήλεγχαν. Ανταγωνίζονταν στα πάντα. Τζόγο, πορνεία, “λάδωμα” πολιτικών, κυρίως όμως στο παράνομο αλκοόλ. Οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα θερμές, αλλά από το 1925 η ένταση είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

Όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1924, όταν ο Αλ Καπόνε ήταν ακόμα το δεξί χέρι του αρχηγού της “Νότιας Πλευράς”, του Τζόνι Τόριο. Οι αρχηγοί λοιπόν δίνουν εντολή να φύγει από τη μέση μια για πάντα ο τότε αρχηγός των “Βόρειων”, ο ιρλανδικής καταγωγής Ντιν Ο’Μπάνιον με τον οποίο είχαν μία συνάψει μια τυπική συμμαχία.Ο Ο’ Μπάνιον, ως βιτρίνα για τις παράνομες επιχειρήσεις του, είχε ένα ανθοπωλείο. Ο κόσμος συνήθιζε να λέει για τον Ο Μπάνιον: Ο γκάνγκστερ θα σε εφοδίασει με λουλούδια για κηδεία και, μελίγα χρήματα παραπάνω, θα σου δώσει και το πτώμα”. Οι εκτελεστές των “Νοτίων” τον σκότωσαν τον αρχηγό των “Βόρειων” μέσα στο ίδιο το ανθοπωλείο του. Ο Καπόνε και ο Τόριο βρίσκονταν πίσω από το έγκλημα. Παρόλα αυτά δεν είχαν κανένα πρόβλημα να παραστούν στην κηδεία του.

Η συμμορία της Βόρειας πλευράς ήθελε το αίμα του αρχηγού της πίσω, και συγκεκριμένα ήθελε το αίμα τόσο του Καπόνε όσο και του Τόριο. Τον Ιανουάριο του 1925 σε μία καλοστημένη παγίδα άνδρες των βορείων κόβουν την πορεία του αυτοκινήτου του Αλ Καπόνε. Οι δολοφόνοι βγαίνουν έξω και μετατρέπουν το αμάξι του ιταλού μαφιόζου σε κάτι παραπάνω από ελβετικό τυρί. Όλοι είναι σίγουροι ότι ο επιβάτης Καπόνε δεν θα βγει ζωντανός. Μπαίνουν στο δικό τους αυτοκίνητο και εξαφανίζονται. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο Αλ Καπόνε βγαίνει από το αυτοκίνητο ατσαλάκωτος. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να παραγγείλει την περίφημη κάντιλακ του Αλ Καπόνε, ενισχυμένη με αλεξίσφαιρα τζάμια και πόρτες η οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον πρόεδρο Ρούσβελτ. Οι γκάγκστερς της βόρειας πλευράς αποφασίζουν να χτυπήσουν και τον Τζόνι Τόριο ο οποίος δέχεται επίθεση δύο εβδομάδες αργότερα. Τελικά ή οι βόρειοι ήταν άσχετοι με το έγκλημα ή οι ιταλοί έχουν το κοκκαλάκι της νυχτερίδας. Βλέπετε, και ο Τόριο θα καταφέρει να βγει ζωντανός από την επίθεση αλλά ταράχτηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί, παραδίδοντας την αρχηγία της συμμορίας στον 26χρονο Καπόνε. Μετά, έφυγε για διακοπές στην Ευρώπη.

Εν τω μεταξύ στη Βόρεια Πλευρά, με τους σκοπευτές που δεν μπορούν να σκοτώσουν ελέφαντα στο μισό μέτρο, τον μακαρίτη Ο’ Μπανιον διαδέχτηκε ο Χάιμι Βάις, ο οποίος είχε ουσιαστικά διατάξει τις εκτελέσεις των Καπόνε και Τόριο. Και μπορεί ο Βάις να έκανε μια τρύπα στο νερό με τους αρχηγούς των νοτίων αλλά ο Καπόνε ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός. Τα πρωτοπαλίκαρα των ιταλών σκότωσαν τον Βάις τον Οκτώβριο του 1926, αφήνοντας χήρα και μαυροφορούσα τη θέση του αρχηγού των ιρλανδών για ακόμα μία φορά. Τα ηνία αναλαμβάνει ο Βίνσεντ Ντρούτσι, ο οποίος πέθανε έξι μήνες αργότερα, στο πίσω κάθισμα ενός περιπολικού. Τον πυροβόλησε ο αστυνομικός που τον συνέλαβε. (Στο πάμε στοίχημα στα σπορ το ότι ο αστυνομικός ήταν άνθρωπος του Καπόνε θα παιζόταν με απόδοση στον άσσο, 1,04, αλλά δεν αποδείχτηκε ποτέ). Ο μόνος που απέμενε ήταν ο Τζορτζ Μπαγκς Μοράν για τον οποίο μιλήσαμε αμέσως μετά τον άγιο Βαλεντίνο. Ναι, φίλες και φίλοι, ένας γιος γάλλων μεταναστών γίνεται ο επικεφαλής μιας συμμορίας με ιρλανδικές ρίζες. Και για να κάνουμε το χιούμρ μας, το όνειρο της Ενωμένης Ευρώπης γεννήθηκε την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ. Α ναι, είμαστε ακόμη στην ποτοαπαγόρευση.

Το οργανωμένο έγκλημα είχε λάβει πλέον μεγάλη ώθηση από την απαγόρευση. Η Μαφία περιόρισε τη δραστηριότητά της στην πορνεία, τα τυχερά παιχνίδια και τους εκβιασμούς και στράφηκε στο λαθρεμπόριο αλκοόλ. Στις αρχές του 20ου αιώνα η παραοικονομία αξιοποιούσε ήδη μια ανθούσα μαύρη αγορά όταν η συνταγματική τροποποίηση για απαγόρευση της μπύρας και του αλκοόλ άνοιξε έναν γρήγορο κι εύκολο δρόμο προς τον υπερβολικό πλουτισμό. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου δεκαπέντε χιλιάδες γιατροί και 57000 φαρμακοποιοί υπέβαλαν αιτήσεις για άδειες τάχα μου τάχα μου “θεραπευτικών” οινοπνευματωδών. Τον πρώτο χρόνο της ποτοαπαγόρευσης, οι πωλήσεις κρασιού για θρησκευτικούς σκοπούς αυξήθηκαν κατα 800.000 γαλόνια.

Ο Μοράν δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, αλλά βίαιος, εκδικητικός και κουτοπόνηρος. Η αντιπαλότητά του με τον Καπόνε είχε ενταθεί, ιδίως όταν ο τελευταίος προσπάθησε να επεκταθεί και στη βόρεια πλευρά της πόλης. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1928, ο Μοράν αποφασίζει να αποδείξει στους ιταλούς πως οι γάλλοι ξέρουν καλό σημάδι. Στέλνει λοιπόν τους λεβέντες του και καταφέρνει να ξεπαστρέψει τον στενό φίλο του Καπόνε, Τόνι Λομπάρντο. Αυτή ήταν η δολοφονία που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο Καπόνε αποφάσισε να ξεμπερδέψει μια και καλή με τους Βόρειους. Θα οργάνωνε τη μαζικότερη εκτέλεση στην ιστορία του Σικάγο.

Τρεις εβδομάδες πριν από τη γιορτή των ερωτευμένων οι άντρες του Καπόνε νοίκιασαν δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο ακριβώς απέναντι από την αποθήκη που συγκεντρώνονταν η ηγεσία των Βορείων. Για μέρες ολόκληρες παρακολουθούσαν εξονυχιστικά την κίνηση στο δρόμο, τις ώρες άφιξης και αποχώρησης των Βορείων, πότε ερχόταν ο Μπαγκς Μοράν, πότε έφευγε. Τα πάντα όλα όπως θα έλεγε και ο αγαπητός προπονητής Νίκος Αλέφαντος. Ο Καπόνε εν τω μεταξύ προσλαμβάνει δύο νέους εκτελεστές, που δεν ήταν γνωστοί στο Σικάγο. Οι δύο τύποι σουλατσάρουν ανενόχλητοι. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1929, μία ημέρα πριν από τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, ένας απ’ τους άντρες του Καπόνε τηλεφωνεί στον Μοράν και προσποιούμενος έναν άγνωστο λαθρέμπορο του λέει ότι έψαχνε αγοραστή για μια μεγάλη ποσότητα, από πρώτης τάξεως ουσίκι και μπύρας σε εξευτελιστική ωστόσο τιμή . Ήταν μία πρόταση που ο Μοράν δεν μπορούσε να αρνηθεί. Το σχέδιο συνέλαβε και κατέστρωσε, ο ίδιος ο τύπος που πήρε και το τηλέφωνο στον Μοράν. Ο Βιτσέντζο Τζιμπάλντι, γνωστός με το ψευδώνυμο Τζακ Μακ Γκαρν ή αλλιώς «Το πολυβόλο». Θα του έκλεινε ένα ραντεβού σε μέρος της επιλογής του. Οι άνθρωποι του Καπόνε μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα.

14 Φεβρουαρίου 1929. Οι ανθοπώλες του Σικάγου, ανοίγουν τα καταστήματά τους με βιτρίνες που καλούν τους ερωτευεμένους να πράξουν το σωστό. Στα καφέ, το ντεκόρ παρόμοιο. Βλέπετε, ο Άγιος Βαλεντίνος κάπου αλλού, χρόνια πριν γιορταζόταν ήδη. Σε ένα άλλο σημείο της πόλης όμως κάποιοι αποφάσισαν να γιορτάσουν τον Άγιο Βαρθολομαίο. 5 άνδρες της συμμορίας της “Βόρειας Πλευράς” περιμένουν το φορτίο. Είναι οι  εκτελεστές του Μοράν, Πιτ και Φρανκ Γκούζενμπεργκ, ο μηχανικός Τζον Μέι, ο υπεύθυνος των επιχειρήσεων της συμμορίας Άνταμ Χάιρ, ο εκτελεστής Τζέιμς Κλαρκ. Μαζί τους και ο γιατρός Ράινχαρτ Σουίμερ, ο οποίος διατηρούσε μόνο φιλικές σχέσεις με τη συμμορία. Κανείς τους δεν έχει αντιληφθεί τους αμέτρητους τσιλιαδόρους που έχει στήσει στην περιοχή ο Καπόνε.

Πέντε άνδρες του Καπόνε σε δύο αυτοκίνητα, που μοιάζουν με περιπολικά πλησιάζουν στο σημείο. Οι τρεις είναι ντυμένοι αστυνομικοί και οι άλλοι δύο με πολιτικά οπλισμένοι με τα περιβόητα πολυβόλα “Thompson”. Αυτό το εύχρηστο και ελαφρύ όπλο είχε γίνει ανάρπαστο ανάμεσα στους γκάνγκστερ, καθώς μπορούσε να εκτοξεύσει περισσότερες από 100 σφαίρες το λεπτό και να “καθαρίσει” κάθε εμπόδιο.  Τελευταίος φθάνει στο ραντεβού ο συνεργάτης των Βορείων Άλμπερτ Γουέινσανκ ο οποίος μοιάζει υπερβολικά με τον Μοράν και φορά ακριβώς το ίδιο παλτό με τον αρχηγό του. Οι άνδρες του Καπόνε, νομίζοντας πως ο Γουέινσανκ ήταν ο Μοράν, δίνουν το σήμα εκκίνησης. Ο Μοράν φθάνει στο σημείο την ώρα της υποτιθέμενης εφόδου των αστυνομικών και απομακρύνεται σφαίρα προσπερνώντας το κτίριο. Οι ντυμένοι ως αστυνομικοί άνδρες του Καπόνε αφοπλίζουν τους άνδρες του Μοράν και τους στήνουν με τα πρόσωπα στον τοίχο για να μην βλέπουν τι γίνεται πίσω τους. Τότε βγαίνουν από τα αυτοκίνητα οι άνδρες με τα πολυβόλα Τόμσον. Γάζωσαν τους άνδρες της Βόρειας πλευράς χωρίς έλεος χρησιμοποιώντας περισσότερες από 200 σφαίρες, από τις οποίες 100 από αυτές βρήκαν τους στόχους τους.

Οι εκπρόσωποι του νόμου βρήκαν στον τόπο του μακελειού έξι πτώματα πισώπλατα χτυπημένα και έναν βαριά τραυματία. Όταν τον ρώτησαν ποιος τον πυροβόλησε, αυτός ψέλλισε «κανείς» και άφησε την τελευταία του πνοή. Αυτή είναι η Ομερτά. Ο νόμος της μαφίας να μην καταδώσεις, ακόμη και αυτόν που σε έστελνε στον άλλο κόσμο. Το μακελειό προκάλεσε λαϊκή κατακραυγή στο Σικάγο, και σημαίνοντα πρόσωπα της «Πόλης των Ανέμων» ζήτησαν να μπει ένα τέλος στη δράση των συμμοριών. Η τοπική αστυνομία, παρότι γρήγορα διαπίστωσε ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του αιματηρού επεισοδίου, δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε συλλήψεις.

Ο Αλ Καπόνε και το πρωτοπαλίκαρό του Τζακ ΜακΓκαρν είχαν γερά άλλοθι: ο πρώτος βρισκόταν στη Φλόριντα για διακοπές και ο δεύτερος στην αγκαλιά της φιλενάδας του. Η συμμορία της Βόρειας Πλευράς δεν κατάφερε ποτέ να ορθοποδήσει. Ο Μοράν κατέληξε στη φυλακή για παραχάραξη και ο Καπόνε, έχοντας εξολοθρεύσει όλους τους αντιπάλους του, έγινε ο αδιαμφισβήτητος “βασιλιάς” του Σικάγο. Όχι για πολύ όμως. Το θέμα ξέφυγε από τα στενά όρια του Σικάγου και έγινε παναμερικανική υπόθεση. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέλαβε δράση με το FBI και το IRS (Εφορία). Με μεθοδικό τρόπο, οι δύο υπηρεσίες ξεσκέπασαν τη δράση του Αλ Καπόνε, που συνελήφθη δύο χρόνια αργότερα για φοροδιαφυγή. Η βασιλεία του στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος είχε τελειώσει. Ο τόπος του εγκλήματος (2122 Ν. Clark Street) έγινε τουριστική ατραξιόν μέχρι το 1967, όταν η αποθήκη κατεδαφίστηκε. Ο αιματοβαμμένος τοίχος της εκτέλεσης αποσυναρμολογήθηκε τούβλο – τούβλο και πουλήθηκε σε δημοπρασία. Τα τούβλα κέρδισε ένας καναδός επιχειρηματίας ονοματι Τζορτζ Πάτεϊ, ο οποίος τον ξανάχτισε μέσα στο μπαρ που διατηρούσε στο Βανκούβερ.