Συναντώντας τους ψηφοφόρους του Τραμπ

«Don’t know about y’all, but we are celebrating!» Ο ευγενικός νότιος κύριος, με παντελόνι υφασμάτινο και πουκάμισο καλοσιδερωμένο, μας υποδέχεται, όλος χαμόγελα. Είναι η επομένη των αμερικανικών εκλογών, 9η Νοεμβρίου, κι έχουμε αφήσει την Ατλάντα για την Αλαμπάμα. Είμαστε στην καρδιά του Νότου, στην καρδιά της Αμερικής που ψήφισε Τραμπ. Και η Αμερική που ψήφισε Τραμπ τώρα νιώθει ότι μίλησε, άρα μπορεί να μιλάει. Και να χαμογελάει.

Ανταπόκριση της Λαμπρινής Χ. Θωμά

Στο διπλανό τραπέζι, δύο καλοντυμένοι ώριμοι κύριοι και μία περιποιημένη 60άρα, με τακτοποιημένο κατάξανθο μαλλί και κόκκινο κραγιόν, συζητούν για το πόσο ανακουφισμένοι αισθάνονται που εξελέγη ο Τραμπ, από πόσα γλίτωσε ο τόπος μόνο και μόνο που δεν εξελέγη η Κλίντον. Λαμπερά πρόσωπα, γενικευμένη και ήρεμη χαρά. Νότος. Στις τουαλέτες δεν γράφει «Women», γράφει «Ladies». Μόνο καλά για τον νέο πρόεδρο, μόνο χαρά που φεύγει ο Ομπάμα και δεν εκλέγεται η Κλίντον. Ανοιχτά, αν και με χαμηλές σχετικά φωνές –μάλλον από ευγένεια.

Οι πελάτες εδώ δεν είναι φτωχοί. Μάλλον καθόμαστε κοντά σε δικηγόρους ή ασφαλιστές, ίσως ατζέντηδες ακινήτων. Κοντά στους ψηφοφόρους του Τζεφ Σέσιονς, του γερουσιαστή της Αλαμπάμας, που παρά λίγο να είναι ο αντιπρόεδρος του Τραμπ, που θα είναι σύντομα υπουργός Δικαιοσύνης, που συμφωνεί απολύτως με τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο στα περί μεταναστών, και που έχει κατηγορηθεί ότι είπε πως «το μόνο κακό που έβρισκε στην Κου Κλουξ Κλαν είναι πως κάπνιζαν μαριχουάνα» (και ο ίδιος παραδέχθηκε τη δήλωση, αλλά είπε πως επρόκειτο για αστειάκι).

Βγαίνουμε και το συζητάμε στα ελληνικά, μάλλον έκπληκτοι, μάλλον διασκεδάζοντας. Και με τους εαυτούς μας. Όπως στη Νέα Υόρκη όλοι όσοι συναντήσαμε μας φαίνονταν δημοκρατικοί (και αποδείχθηκε ότι ήταν…), εδώ όλοι μας φαίνονται ρεπουμπλικάνοι. Τα μεγάλα τρακ στο πεζοδρόμιο, οι κοκκινοπρόσωποι λευκοί με τα πολυφορεμένα τζιν και τα επίσης πολυφορεμένα τζάκετ που τα οδηγούν όλα φωνάζουν «Τραμπ». Οι λίγοι αφροαμερικανοί που συναντάμε καθαρίζουν πεζοδρόμια και αλλάζουν λάμπες.

Στο Τζάκσον του Μισισιπή, περίπου η ίδια εικόνα. H πόλη ζει μία ακόμη παρακμή. Ο Μισισιπής έχει δει να χάνονται πάνω από 75.000 θέσεις εργασίας, κυρίως στη βιομηχανία, τα τελευταία 15 χρόνια. Είναι η πιο «μαύρη» πολιτεία, αλλά οι αφροαμερικανοί δεν πάνε να ψηφίσουν. Ειδικά για την Κλίντον. Και οι λευκοί πάνε, μετά χαράς. Έχουμε μπει για τα καλά στη «Ζώνη της Βίβλου». Το πέρασμα από το Τενεσί, το Κάνσας, την Οκλαχόμα και το Τέξας απλώς επιβεβαιώνει τη μετεκλογική εικόνα: ο Νότος νιώθει ήσυχος.

Όχι και η Μαρία. Μεξικάνα, έχει πάνω από 35 χρόνια στην Αμερική, δουλεύει μάνατζερ σε εστιατόριο –ξεκίνησε σαν γκαρσόνα. «Όταν έφυγα από το Μεξικό –ήμασταν έξι παιδιά–, είπα στη μάνα μου: “Φεύγω, και όταν γυρίσω θα έχει παπούτσια και κρεβάτι, να μην κοιμάσαι πια στο πάτωμα”». Το έκανε. Φρόντισε τη μάνα, παντρεύτηκε, έστειλε τρία παιδιά στο πανεπιστήμιο. Η ιστορία επιτυχίας των μεταναστών, που αποτελούσε πάντα την πεμπτουσία του αμερικάνικου ονείρου, προσωποποιείται στη Μαρία, που, οργισμένη, μιλάει για όσα θα σημαίνουν για κείνη και την οικογένειά της οι πολιτικές Τραμπ, αν ασκηθούν.

«Δεν νομίζω ότι θα την απειλήσει. Θα κρατήσει όσους είναι οικογενειάρχες και εργατικοί. Θέλει να διώξει τις κακές επιρροές μόνον». Ο Πητ είναι ρεπουμπλικάνος και ψήφισε Τραμπ, θεωρώντας ότι αποτελεί τη μόνη λύση. Τον στήριζε από τους προκριματικούς, ακόμη. Κι αυτό, γιατί θέλει κατάργηση του γάμου των ομοφυλοφίλων, κατάργηση των αμβλώσεων, παραμονή της θανατικής ποινής, και δουλειές. Και να σταματήσει η υστερία με το κάπνισμα –εκεί συμφωνούμε. Στρουμπουλός και γελαστός, φιλόξενος, μου πιάνει κουβέντα στο μαγαζί που πήγα να αλλάξω λάδια στο αμάξι, ενώ και οι δυο περιμένουμε τη σειρά μας πίνοντας τζάμπα καφέ και βλαστημώντας που πρέπει να βγούμε έξω για μια τζούρα.

Γέννημα θρέμμα της φτωχότερης περιοχής της Αμερικής, αυτής που λέμε «Καρδιά του Νότου», αρκετά μεγάλος για να θυμάται τις καλύτερες μέρες –που συνήθως συμπίπτουν για όλους μας με μέρες που την οικονομική ευθύνη για μας την είχαν άλλοι…

Ανησυχεί ειλικρινά για το ηθικό μέρος των επιλογών των δημοκρατικών. Που το θεωρεί ανήθικο και μη χριστιανικό. Φοβάται ότι ο χριστιανισμός είναι υπό διωγμόν, και το λέει ειλικρινά, ανήσυχος, εδώ, στο Νότο, που αν πετάξεις πέτρα θα πετύχεις εκκλησία. Και φοβάται και για την Ελλάδα, με όλους αυτούς τους μουσουλμάνους που έρχονται και «οι μισοί είναι τρομοκράτες».

Όταν του λέω ότι ο Τραμπ έχει κάνει τρεις γάμους, είναι υπέρ των αμβλώσεων, δηλώνει ότι αν μπορεί να κλέψει το κράτος θα το κάνει (και το έκανε), απλώς αρνείται να με ακούσει. Όχι, όχι, δεν τα ξέρω καλά. Και ήταν άτυχος, κι εγώ δεν είχα άτυχες σχέσεις; Και, όχι, δεν είναι υπέρ των αμβλώσεων. Και θα μας σώσει από τους μουσουλμάνους. Ο αμερικανός Πέτρος, πάνω στον οποίο στηρίχθηκε ο νεοεκλεγείς, είναι έντιμος, απλός και ειλικρινά φοβισμένος.

Δυο μέρες αργότερα, σταματάμε για βενζίνη και φαγητό σε μια τυχαία έξοδο του αυτοκινητόδρομου, στο Κεντάκυ. Μικρό χωριό, που μας υποδέχεται με σημαίες του Νότου («Heritage Not Hate» γραμμένο πάνω τους) μαζί με σημαίες που στηρίζουν τον νέο πρόεδρο, τρακτέρ και ντάτσουν παρκαρισμένα εδώ κι εκεί.

Η κυρία πίσω από τον πάγκο, ευγενέστατη, ξανθή, με ξεπλυμένα γαλανά μάτια. Προφανώς ταλαιπωρημένη. Το πρόσωπό της, χαραγμένο, όπως χαράζει ο ήλιος τα πρόσωπα των αγροτών. Θυμίζει εκείνη τη μάνα στη διάσημη φωτογραφία της Δωροθέας Λαντζ της από το «Dust Bowl», αν και η νέα μας γνωριμία είναι εμφανώς μεγαλύτερη σε ηλικία.

Στο μικρό μαγαζί, φωτογραφίες και μπλουζάκια του Τραμπ, κονκάρδες και καπέλα ανακατεύονται με αλατοπιπεριέρες της θείας Τζεμάιμας, ή άλλους αφροαμερικανούς μαγείρους, με όλα τα ρατσιστικά στερεότυπα παρόντα. «Make America Great Again». Θαυμάζει που είμαστε από την Ελλάδα, μας λέει ότι θα ήθελε πολύ να έρθει αλλά με την ISIL εδώ (!) δεν το θεωρεί ασφαλές. Τη σιγοντάρω, το άρθρο έχει αρχίσει ήδη να γεννιέται στο κεφάλι μου. Της λέω πως πετάξαμε με Turkish Airlines γιατί ήταν πολύ φτηνές οι τιμές λόγω των γεγονότων. Αστράφτει το μάτι της. «Αυτό λέω, δεν τολμάς να ταξιδέψεις. Δεν είμαστε ασφαλείς πουθενά», μου λέει στο χωριό του Κεντάκυ. Και ύστερα μας περιγράφει πως είχαν έρθει δύο Καναδοί, προεκλογικά, στο μαγαζί, και τους έλεγε ότι θα πάνε εκεί (στον Καναδά) όλοι από το Χόλυγουντ, άμα βγει ο Τραμπ, και πως οι Καναδοί της είπαν ότι «Ούτε εμείς τους θέλουμε!» κι εκείνη σκέφτηκε ότι «αν ο Τραμπ καταφέρει και στείλει τη Ρόζι Ο’Ντόνελ και τη Γούπι Γκόλντμπεργκ στον Καναδά, ήδη θα έχει κάνει την Αμερική Great Again. Δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο».

Λίγες μέρες αργότερα, μία από τις εμβληματικές μορφές της αμερικανικής τηλεόρασης, αποσυρθείς προ έτους, ο Jon Stewart, μιλούσε στο πρωινό πρόγραμμα του CBS για τους ψηφοφόρους του Τραμπ που ο ίδιος γνωρίζει. Που είναι σοβαροί κι εργατικοί άνθρωποι, ζουν στη μικρή κοινωνία που διάλεξε κι αυτός να ζήσει μετά την απομάκρυνσή του από τα κοινά, είναι καλοί πατριώτες, δεν είναι ρατσιστές, και ανησυχούν, ανησυχούν, ανησυχούν. Ως επιτομή, τόνισε το αφύσικο (και άρα, είπε, το μεγαλείο) αυτού που είναι η Αμερική: Οι κοινωνίες των ανθρώπων είναι φυλετικές («tribal», η λέξη που χρησιμοποίησε), οι ΗΠΑ επιμένουν να είναι πολυπολιτισμικές. «Ένα μοναδικό πείραμα στην ιστορία», που αντίκειται στον τρόπο που έχουν μάθει και ζουν οι άνθρωποι, και δημιουργούν πολιτισμούς μέχρι τώρα.

Ήξερε ότι ο Τραμπ είναι η απάντηση της tribal Αμερικής σε όσα γρήγορα και «αχώνευτα» προχώρησαν πολιτικά (και όχι κοινωνικά) αυτό το πείραμα.