Συνωστισμός μεγαλοδημοσιογράφων στο ημιυπόγειο του Μαξίμου

Ο κ. Μητσοτάκης δεν παύει να μας εκπλήσσει. Με τη στελέχωση του επικοινωνιακού του επιτελείου έδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο το πώς σχεδιάζει να πολιτευτεί η κυβέρνησή του. Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς ως πιο λογικό, ο πρωθυπουργός εγκατέστησε επικεφαλής της ΕΡΤ τον διευθυντή του προσωπικού του γραφείου Τύπου, τον Κωνσταντίνο Ζούλα, και ταυτόχρονα τον αντικατέστησε με μια ομάδα δημοσιογράφων, οι οποίοι δεν είχαν μέχρι σήμερα –ορατή τουλάχιστον– άμεση σχέση με τη Ν.Δ., ενώ οι περισσότεροι δεν προέρχονται από τον παραταξιακό Τύπο της Δεξιάς.

Εκεί, δηλαδή, που θα περίμενε κανείς μια κίνηση ανοίγματος της ΕΡΤ –ειδικά μετά την αντιπολιτευτική τακτική της Ν.Δ. απέναντι στη δημόσια τηλεόραση επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ– διαπιστώνουμε μια επιδεικτική κίνηση χειραγώγησης, η οποία βέβαια συμπληρώνει την απόφαση υπαγωγής της ΕΡΤ απ’ ευθείας στον πρωθυπουργό, μαζί με το ΑΠΕ και την ΕΥΠ. Και εκεί που εξ ορισμού τοποθετούνται οι πιο έμπιστοι συνεργάτες του εκάστοτε πρωθυπουργού, βλέπουμε τώρα να αναλαμβάνουν καθήκοντα ο Δημήτρης Τσιόδρας, ο Δημήτρης Μητρόπουλος και ο Γιάννης Βλαστάρης, με μια ομάδα συνεργατών.

Το φλερτ κατέληξε σε γάμο

Για την τοποθέτηση του κ. Ζούλα έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά. Η νέα όμως επικοινωνιακή ομάδα του Μαξίμου παραμένει δυσερμήνευτη. Χάθηκε, βρε αδερφέ, και ένας γνήσιος δεξιός δημοσιογράφος; Ποιος έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που προέρχονται από την «Ελευθεροτυπία» (Τσιόδρας, Βλαστάρης) και τον ΔΟΛ του Ψυχάρη (Μητρόπουλος);

Μια πρώτη απάντηση είναι απλή. Ο διορισμός αυτών των στελεχών στο προσωπικό επικοινωνιακό επιτελείο του πρωθυπουργού δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επικυρώσει τις σχέσεις που είχαν αναπτύξει με τη Ν.Δ. και τον Κυριάκο Μητσοτάκη εδώ και αρκετό καιρό.

Ο μεν Τσιόδρας διήνυσε πολύ γρήγορα την απόσταση που χωρίζει τον διαπιστευμένο σε κάποιο κόμμα δημοσιογράφο μέχρι την ένταξή του σ’ αυτό. Στο επίσημο βιογραφικό του επικαλείται τη δημοσιογραφική του ειδίκευση ως ατού προς τους υποψήφιους ψηφοφόρους του: «Για περισσότερο από μια δεκαετία κάλυπτα το ρεπορτάζ της Ν.Δ., γεγονός που μου επέτρεψε να είμαι τακτικός συνομιλητής των προέδρων της και όλων των κορυφαίων στελεχών της». Και ο νοών νοείτω.

Χρειάστηκε βέβαια να περάσει πρώτα από τη θέση του διευθυντή του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου στη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ.-ΛΑΟΣ και τη θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Παναγιώτη Πικραμμένου μεταξύ των εκλογών του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012. Οταν επέστρεψε στη δημοσιογραφία, αυτό έγινε με σχολιασμό και αρθρογραφία στον «Σκάι» και στην «Καθημερινή», που είχαν ήδη καταστεί όργανα σκληρής δεξιάς προπαγάνδας. Η ανάληψη της θέσης του εκπροσώπου Τύπου του Ποταμιού το 2015 ήταν απλά η τελευταία γέφυρα προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στις πρόσφατες εκλογές ήταν πλέον υποψήφιος τη Ν.Δ. στην Α’ Αθήνας.

Αλλά και ο κ. Μητρόπουλος διατηρούσε από καιρό πολιτικές σχέσεις με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο δικός του διορισμός μαρτυρά πολλά για τη μεταστροφή τού πάλαι ποτέ «κεντρώου» δημοσιογραφικού ομίλου, του ΔΟΛ, σε όχημα προπαγάνδας της Δεξιάς, μετά την εξαγορά του από τον Ευάγγελο Μαρινάκη.

Οσο για τον Γιάννη Βλαστάρη, ο οποίος επί χρόνια υπήρξε διευθυντικό στέλεχος του ομίλου Τεγόπουλου, κι αυτός έχει εδώ και λίγο καιρό ενταχθεί άτυπα στο προσωπικό επιτελείο του Κυρ. Μητσοτάκη. Σύμφωνα με το «Βήμα», είναι ο βασικός λογογράφος του. (Ελπίζω να μην είναι αυτός που ευθύνεται για την πρόσφατη γκάφα του πρωθυπουργού με την αναφορά στον Αλέξανδρο Σούτσο από το βήμα της Βουλής, βλ. «Ο πρωθυπουργός κ. Πονηρίδης», «Εφ.Συν.» 10.8.2019.)

Αλλά τα δικά του δημόσια διαπιστευτήρια υπέρ της Ν.Δ. είχε δώσει ο κ. Βλαστάρης εδώ και δύο χρόνια, με την έκδοση του βιβλίου «Λεξικό χωρίς γραβάτα», όπου υποτίθεται ότι αποδομεί τον λόγο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Στην παρουσίαση του βιβλίου, τον Φεβρουάριο του 2017 η συμμετοχή στελεχών της Ν.Δ. με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήταν πολυπληθής, ενώ δεν πέρασε απαρατήρητη και η παρουσία γνωστών μεγαλοεπιχειρηματιών.

Η διαπλοκή υπό νέα μορφή

Κάποτε –και δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια– οι δημοσιογράφοι κρατούσαν ως επτασφράγιστο μυστικό την πολιτική τους ταυτότητα. Εξαίρεση αποτελούσαν εκείνοι που εργάζονταν στα κομματικά έντυπα της Αριστεράς, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση δεν έλειπαν ορισμένοι που διατηρούσαν διπλή ιδιότητα. Εμφανίζονταν δηλαδή ως αριστεροί στο κομματικό έντυπο, αλλά δεν δίσταζαν να αρθρογραφούν σε «καθεστωτικά» μέσα ενημέρωσης, υπηρετώντας μια εντελώς αντίθετη πολιτική γραμμή.

Σε ένα από τα λήμματα του «Λεξικού χωρίς γραβάτα» ο Βλαστάρης επικρίνει την τοποθέτηση του Παναγιώτη Κουρουμπλή ότι «είμαι γενίτσαρος της Αριστεράς, δεν φίλησα κατουρημένες ποδιές της Δεξιάς». Το λήμμα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, εφόσον είναι γεγονός πως κάποιοι σχολιαστές επισημαίνουν ότι έχουν συγκεντρωθεί πολλοί πρώην Κνίτες στο επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο Βλαστάρης, ο Τσιόδρας, αλλά και ο Θεοδωρικάκος. Πρόκειται βέβαια για αστειότητα.

Απολύτως τίποτα δεν σημαίνει το γεγονός ότι πολλά στελέχη της αυλής του Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν θητεύσει στο ΚΚΕ. Πολύ απλά, την περίοδο που ενηλικιώνονταν όλοι αυτοί, δηλαδή τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, η ΚΝΕ υπήρξε μαζικότατη στον χώρο της νεολαίας και των Πανεπιστημίων και το πέρασμα από τις γραμμές του ΚΚΕ ήταν πολύ συνηθισμένο.

Αυτό δεν εμποδίζει, βέβαια, τους σκληρούς δεξιούς να διαμαρτύρονται. Το έκανε, λ.χ., πέρυσι η «Δημοκρατία» με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Ευρωπατριωτισμός ή εθνοκεντρισμοί – Οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί, οι εξωτερικές απειλές και τα όρια της συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση», του Δημήτρη Τσιόδρα. Σχολίαζε η εφημερίδα: «Τον αποκαλούσαν “πολύ σκληρό Κνίτη” στα νιάτα του. Μια ζωή τον ενοχλούσε ο εθνοκεντρισμός τον Τσιόδρα. Οταν ήταν ΚΚΕ, του άρεσε η Σοβιετία. Τώρα που είναι στο Ποτάμι, του αρέσει η Ε.Ε. που θυμίζει αρκετά ΕΣΣΔ. Στην παρουσίαση του βιβλίου πήγε μεγάλο κομμάτι από τη νομενκλατούρα της Ν.Δ., που ποτέ δεν χάνει την ευκαιρία να προσκυνήσει νυν ή τέως εκπροσώπους του ΚΚΕ» (18.3.2018).

Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, κάτι ήξερε η «νομενκλατούρα». Και βέβαια δεν ήταν αυτή που προσκύνησε.

Η εξήγηση του Κύρτσου

Μια σοβαρότερη εξήγηση σ’ αυτό το φαινόμενο έχει δώσει ένα άλλο στέλεχος της σημερινής Ν.Δ., ο επίσης δημοσιογράφος και εκδότης Γιώργος Κύρτσος (άλλος πρώην Κνίτης, στο Λονδίνο, την περίοδο της Μεταπολίτευσης).

Με απλά λόγια εξηγεί την προσωπική του διαδρομή στο επίσημο βιογραφικό του: «Την περίοδο 1991-1992 υπήρξα, για 18 μήνες, άτυπος σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Το 1996-1997 πρωταγωνίστησα σε εκδοτικό, δημοσιογραφικό επίπεδο στη μετάβαση της Ν.Δ. από την περίοδο Εβερτ στην περίοδο Καραμανλή. Στήριξα, δημοσιογραφικά και εκδοτικά, την ανάδειξη του κ. Σαμαρά στην ηγεσία της Ν.Δ., το 2009. Στις εκλογές του Μαΐου 2012 ήμουν επικεφαλής της λίστας επικρατείας του ΛΑΟΣ του κ. Καρατζαφέρη. Στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014 ψηφίστηκα ευρωβουλευτής με τη Ν.Δ.».

Με τον πιο απλό τρόπο, ο κ. Κύρτσος αποκαλύπτει το μυστικό. Υπήρξε, λέει, κατά σειρά δίπλα στον Κων. Μητσοτάκη, τον Εβερτ, τον Καραμανλή, τον Σαμαρά, τον Καρατζαφέρη και τώρα τον Κυρ. Μητσοτάκη. Πώς τα κατάφερε όλα αυτά;

Αυτό το μαθαίνουμε από αλλού. Από το βιβλίο που έχει εκδώσει ο ίδιος, με τίτλο «Ο μυστικός πόλεμος των εξουσιών» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003). Σύμφωνα με τον Κύρτσο, η τοποθέτηση δημοσιογράφων σε διατεταγμένες κομματικές θέσεις αποφασίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες που τους εμπιστεύονται. Ο ίδιος υπήρξε διευθυντής στις βασικές παραταξιακές εφημερίδες της Δεξιάς («Ελεύθερος Τύπος» και «Τύπος της Κυριακής») και κατήγγειλε ως δείγμα «μπερλουσκονισμού» του Βαρδή Βαρδινογιάννη την απόπειρα να προωθηθούν στην πολιτική δημοσιογραφικά στελέχη που εμπιστευόταν ο επιχειρηματικός του όμιλος (Θ. Ρουσόπουλος, Ν. Χατζηνικολάου).

Από τον Λαυρεντιάδη στον Μαρινάκη

Στο βιβλίο του περιγράφει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους ο μεγαλοεπιχειρηματίας παρέμενε «αόρατος» στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, κάνοντας χρήση offshore εταιρειών και παρένθετων προσώπων.

Σύμφωνα με τον Γ. Κύρτσο, εκείνη την περίοδο είχε δημιουργηθεί «ένας σκληρός διαπλεκόμενος πυρήνας συμφερόντων, που στηρίζεται στο δίδυμο Βαρδή Βαρδινογιάννη-Κώστα Καραμανλή, που συντηρεί έναν πόλεμο συμφερόντων, ο οποίος απειλεί να οδηγήσει σε επιχειρηματική παράλυση την πιεζόμενη λόγω ΟΝΕ και παγκοσμιοποίησης ελληνική οικονομία». Οι εκτιμήσεις του Κύρτσου έχουν ιδιαίτερη αξία, εφόσον ο ίδιος διατηρούσε παλιότερα στενή προσωπική σχέση με τον Βαρδινογιάννη, υπήρξε φιλοξενούμενος στο κότερό του, ενώ προχωρούσαν από κοινού και σε πολιτικο-δημοσιογραφικούς σχεδιασμούς.

Πώς εφαρμόζεται σήμερα το μοντέλο που περιγράφει ο Κύρτσος; Στις αρχές της περασμένης δεκαετίας τέθηκε θέμα να κατέβει ως «υπερκομματικός» υποψήφιος δήμαρχος στην Αθήνα ο Νίκος Χατζηνικολάου, με ώθηση –σύμφωνα με τον Κύρτσο– από τον Βαρδινογιάννη. Τότε ξεσηκώθηκαν τα αντίθετα επιχειρηματικά συμφέροντα και μίλησαν για φαινόμενο «μπερλουσκονισμού».

Η «Καθημερινή» σχολίασε με οξύτατο τρόπο: «Ο Μεγάλος Αδελφός επιβάλλει δικό του… διακομματικό δήμαρχο» (16.5.2001). Κάτω από τις επιθέσεις αυτές το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. Ηταν πολύ νωρίς. Και από τότε άρχισε να εφαρμόζεται ένα ενδιάμεσο σχέδιο, με τους επίλεκτους δημοσιογράφους να μετατρέπονται σε εκδότες, χάρη στην οικονομική στήριξη των μεγαλοεπιχειρηματιών, προκειμένου να καταλαγιάσει και ο θόρυβος περί διαπλοκής. Ποιος θυμάται σήμερα όσα έγραφε για τον Χατζηνικολάου ο Κύρτσος;

Αλλά δεν ήταν μόνο ο Βαρδινογιάννης. Εκείνη την περίοδο μπήκαν στον χώρο των μέσων ενημέρωσης μια σειρά μεγαλοεπιχειρηματίες (κυρίως εφοπλιστές). Πέρα από τον Αλαφούζο, τον Κυριακού και τον Μπόμπολα, είχαμε τότε τον Ρέστη, τον Πατέρα, τον Βγενόπουλο, τον Λαυρεντιάδη και φυσικά τον Μαρινάκη.

Εγραφε προφητικά η «Μακεδονία» πριν από 12 χρόνια: «Ο Βαγγέλης Μαρινάκης εισήλθε στον “Σκάι” και τώρα βρίσκεται σε συζητήσεις με τον “Αδέσμευτο” του Δημήτρη Ρίζου, απέκτησε μικρό ποσοστό στις “Εκδόσεις Λυμπέρη”, εκεί όπου ο Νίκος Πατέρας ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στον Αντώνη Λυμπέρη.

Σε ό,τι αφορά τον Βαγγέλη Μαρινάκη, να σημειώσουμε ότι επενδύει σε πολιτικά ΜΜΕ, άρα ο ρόλος του μπορεί να είναι καθοριστικός τα επόμενα χρόνια σε μια προοπτική αλλαγής της ηγεσίας της Ν.Δ., εξαιτίας και της κουμπαριάς με την Ντόρα Μπακογιάννη» (4.11.07).

Εκδότες-ιδιοκτήτες ως διαμεσολαβητές

Τα διευθυντικά στελέχη των ομίλων ΜΜΕ άρχισαν τότε να παίζουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή, μεταξύ των ιδιοκτητών και της πολιτικής εξουσίας. Κάποτε εμφανίστηκαν και τα ίδια ως εκδότες-ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης. Δεν είναι μόνο ο Χατζηνικολάου με τον όμιλο της «Real». Ο Βλαστάρης, ο οποίος αποπέμφθηκε τον Ιανουάριο του 2010 από την «Ελευθεροτυπία», την περίοδο που ο επιχειρηματίας Λαυρέντης Λαυρεντιάδης με τη συνεργασία του Πέτρου Κυριακίδη επιχειρούσε την επιθετική εξαγορά της «Χ.Κ. Τεγόπουλος», έναν χρόνο αργότερα θα εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Ισοτιμία» και άλλων εντύπων.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Αριστέας Μπουγάτσου, η εφημερίδα ανήκε στον υιό Κυριακίδη μέσω της Vanisterno Limited Κύπρου, και στις 10.1.2011 ο Βλαστάρης γνωστοποίησε με επιστολή του στην Proton Bank ότι απέκτησε έμμεσα τον έλεγχο του 100% της, μέσω της επίσης κυπριακής Nemaratus Limited («Ο “τύπος” που προσπάθησε να αλώσει τον Τύπο», «Ελευθεροτυπία», 27.11.2011). Η εφημερίδα τελικά πέρασε σε άλλα χέρια και έκλεισε, όπως έκλεισαν και οι δύο κυπριακές εταιρείες.

Είναι απορίας άξιον πώς δεν τα γνωρίζουν όλα αυτά τα μέσα ενημέρωσης των φιλικών προς την κυβέρνηση επιχειρηματικών ομίλων που εδώ και δύο χρόνια ασχολούνταν με την υπόθεση ενός υπαλλήλου του Λαυρεντιάδη, του Μανώλη Πετσίτη. Αλλά και εμείς οι υπόλοιποι δεν θα ’πρεπε να ξαφνιαστούμε με την παρέα που εγκατέστησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο ημιυπόγειο του Μαξίμου.

 Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών