Τα καλά και τα κακά νέα για την Ελλάδα

Πρώτα τα καλά νέα: Η Ελλάδα, ακολουθώντας τη χαμηλή εξάπλωση του κορωνοϊού στις χώρες της γεωγραφικής της περιοχής, της Ανατολικής Ευρώπης και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις πλούσιες και αναπτυγμένες χώρες της δύσης, όπως στην Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και οι ΗΠΑ, δεν είχε μέχρι στιγμής, ευτυχώς, ούτε την έξαρση του αριθμού των κρουσμάτων, ούτε την έκρηξη του αριθμού των θανάτων που σημειώνεται σε αυτές.

Του Γιάννη Μυλόπουλου

Η καθυστερημένη άφιξη των πρώτων κρουσμάτων στη χώρα μας, που σημειώθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου, σε σχέση με τις χώρες που σήμερα πλήττονται περισσότερο, όπου τα πρώτα κρούσματα διαγνώστηκαν από τον Ιανουάριο ή αρχές Φεβρουαρίου ακόμη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συνειδητοποίηση της επικινδυνότητας του ιού έγινε αργότερα και η λήψη μέτρων «κοινωνικής αποστασιοποίησης» ξεκίνησε, στην Ευρώπη τουλάχιστον, στα μέσα Μαρτίου, δεν επέτρεψε σε εμάς τη μεγάλη εξάπλωση που πρόλαβε να συμβεί εκεί, όπου επί περισσότερο από ένα μήνα, η πανδημία μεταδίδονταν ανεξέλεγκτη.

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον στην περίπτωση της εξάπλωσης του κορωνοϊού στην Ελλάδα, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Α. Ευρώπης, είναι ότι το συγκριτικό μας μειονέκτημα, η υστέρηση δηλαδή της οικονομικής μας ανάπτυξης, έγινε πλεονέκτημα και ασπίδα άμυνας που τελικά μας προστάτευσε από τις συνέπειες της πανδημίας.

Οι χαμηλοί δηλαδή ρυθμοί ανάπτυξης, η μικρή κινητικότητα του εμπορίου, των μεταφορών και του τουρισμού, ιδίως σε σχέση με τις Ασιατικές χώρες από όπου ξεκίνησε η πανδημία, η απουσία μεγάλων βιομηχανικών μονάδων με χιλιάδες εργαζόμενους, όπου η μετάδοση του ιού μπορούσε να εύκολα να εκτραπεί, καθώς και η απουσία μεγάλων διεθνών αεροδρομίων, τα οποία αφενός είναι χώροι μεγάλης συγκέντρωσης και συνωστισμού και αφετέρου διαθέτουν συχνά δρομολόγια από και προς την Κίνα, τη Ν. Κορέα κλπ, ήταν οι παράγοντες που ευθύνονται για τον περιορισμό, στη δική μας περίπτωση, της μεγάλης εξάπλωσης της πανδημίας.

Ο ξαφνικός έρωτας για το δημόσιο σύστημα υγείας

Το δεύτερο καλό νέο για τη χώρα μας σε σχέση με την εξάπλωση του κορωνοϊού, έχει να κάνει με την ανατροπή στη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στο δημόσιο σύστημα υγείας. Μια ανατροπή που συνέβη σε όλες τις κυβερνήσεις, σε όλον τον κόσμο, που ασπάζονται και ακολουθούν πιστά τις νεοφιλελεύθερες επιλογές.

Οι ιδεοληψίες του παρελθόντος περί αναποτελεσματικού και ζημιογόνου δημόσιου τομέα, που είναι βαρίδιο στην ανάπτυξη και γι’ αυτό πρέπει να συρρικνωθεί, εγκαταλείφθηκαν αμέσως μόλις άρχισαν οι πρώτοι ασθενείς να συσσωρεύονται στα δημόσια νοσοκομεία και μόλις τα υποψήφια θύματα του ιού άρχισαν να επισκέπτονται σωρηδόν και να κατακλύζουν τα εξωτερικά ιατρεία.

Όπως και οι ιδεοληψίες των νεοφιλελεύθερων περί ανάγκης ιδιωτικών επενδύσεων και ΣΔΙΤ στον τομέα της υγείας, που θα αντικαθιστούσαν το δημόσιο σύστημα υγείας, οι οποίες ξεχάστηκαν μόλις διαπιστώθηκε η πραγματικότητα για το ρόλο που διαδραματίζουν τα δημόσια νοσοκομεία στη μαζική υγειονομική, ιατρική και νοσηλευτική φροντίδα όσων το έχουν ανάγκη. Οι ιδεοληψίες αυτές, οι οποίες ξεχάστηκαν μετά την εξάπλωση του κορωνοϊού, πρόλαβαν πάντως και καταγράφηκαν στον πρώτο προϋπολογισμό που κατέθεσε η ΝΔ ως κυβέρνηση, είτε με τη μορφή της μείωσης των δημόσιων επενδύσεων, είτε με τη μορφή της μείωσης των δαπανών για τη δημόσια υγεία, είτε και με τη μορφή της περικοπής των προγραμματισμένων, από την προηγούμενη κυβέρνηση, προσλήψεων ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.

Η κυβέρνηση, αντιγράφοντας τους ομοϊδεάτες της σε όλον τον κόσμο, άρχισε, δειλά βέβαια, αλλά πάντως άρχισε, να ενισχύει τα δημόσια νοσοκομεία, καλύπτοντας όπως – όπως, είναι αλήθεια, τα κενά στο προσωπικό με προκηρύξεις νέων θέσεων εργασίας και στον εξοπλισμό με προμήθειες φαρμακευτικών, ιατρικών και νοσηλευτικών υλικών και οργάνων, καθώς και επιτάσσοντας, με διπλάσιο κόστος από ό,τι μέχρι πρότινος για το δημόσιο βέβαια, αλλά πάντως επιτάσσοντας, κλίνες ΜΕΘ από ιδιωτικά και στρατιωτικά νοσηλευτήρια.

Η κρυφή γοητεία του κρατικού προστατευτισμού

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το τρίτο καλό νέο που έφερε η απειλή του κορωνοϊού, που δεν είναι άλλο από την εκ νέου ανακάλυψη της γοητείας που ασκεί, σε δύσκολες συνθήκες για την οικονομία, ο κρατικός προστατευτισμός, ακόμη και σε όσους είναι χρόνια ερωτευμένοι με και πιστά αφοσιωμένοι στην αυτορρυθμιζόμενη αγορά.

Έστω και δειλά, έστω και αμήχανα, η κυβέρνηση της ΝΔ, ακολουθώντας δειλά και σε πολύ μικρότερο βαθμό, αλλά πάντως ακολουθώντας τις γενναίες, είναι αλήθεια, πρωτοβουλίες των ομοϊδεατών της στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ανακοίνωσε μέτρα στήριξης της οικονομίας. Κατήργησαν λοιπόν από μόνοι τους την πολυδιαφημισμένη δυνατότητα της ελεύθερης αγοράς να ρυθμίζεται από μόνη της και διέπραξαν και οι ίδιοι το προπατορικό αμάρτημα του κρατικού παρεμβατισμού, για το οποίο μέχρι χτες κατηγορούσαν την Αριστερά και τους σοσιαλιστές.

Ισχυρό πλεονέκτημα η συναίνεση Τσίπρα

Ένα από τα ισχυρά χαρτιά της χώρας στην προσπάθεια καταπολέμησης της πανδημίας του κορωνοϊού και των συνεπειών της όχι μόνο στη ζωή και την υγεία των πολιτών, αλλά και στην οικονομία, είναι η ασυνήθιστη, για τα ελληνικά πολιτικά ήθη, συναίνεση και οι ήπιοι τόνοι με τους οποίους η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζουν την κυβέρνηση.

Μια αντιπολιτευτική τακτική σε μια δύσκολη ώρα για τη χώρα που φανερώνουν υψηλό αίσθημα ευθύνης από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, που καμία σχέση δεν έχει με τη στάση της σημερινής κυβέρνησης όταν εκείνη βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, οπότε προσπαθούσε διαρκώς όχι να συμβάλει στην αντιμετώπιση των δύσκολων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η τότε κυβέρνηση, όπως στην καταστροφή στο Μάτι, αλλά αντίθετα, να εκμεταλλευτεί πολιτικά τη συμφορά βάζοντας εμπόδια και καταγγέλλοντας την τότε κυβέρνηση ως μοναδική υπεύθυνη.

Η στάση ευθύνης της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πλεονέκτημα στην προσπάθεια της χώρας να αντιμετωπίσει την πανδημία όχι μόνο γιατί αφήνει το περιθώριο στην κυβέρνηση, σε συνθήκες ήπιου πολιτικού κλίματος, να λάβει και να εφαρμόσει τα πλέον ενδεδειγμένα μέτρα που υποδεικνύουν οι επιστήμονες. Αλλά ακόμη και γιατί υποβάλλοντας εποικοδομητικές προτάσεις για την αντιμετώπιση της επερχόμενης ύφεσης της οικονομίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση της κρίσης, σε συνθήκες πολιτικής συναίνεσης και συμφωνίας.

Όπως τέλος μεγάλο πλεονέκτημα για την οικονομία αποδεικνύεται το λεγόμενο «μαξιλάρι» των 35 εκ. Ευρώ που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση ως παρακαταθήκη στη σημερινή, για την αντιμετώπιση έκτακτων και δυσχερών καταστάσεων, όπως η σημερινή.

Τα μειονεκτήματα της υποκαταγραφής της εξάπλωσης της νόσου

Και τώρα τα κακά νέα:
Η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης εξ αρχής απέναντι στην πανδημία, σε αντίθεση με τις σαφείς οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ήταν να διεξάγει τα λιγότερα δυνατά διαγνωστικά τεστ, έτσι ώστε να δώσει το περιθώριο στο περιορισμένου δυναμικού σύστημα υγείας της χώρας, να μπορέσει να ανταποκριθεί.

Έκανε δηλαδή η κυβέρνηση την κρίσιμη επιλογή, αντί να ενισχύσει άμεσα και με γενναία μέτρα το σύστημα υγείας, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στην αυξημένη ανάγκη, να κινηθεί μονόπλευρα και να περιορίσει δραστικά τις πιέσεις προς αυτό, έστω και δημιουργώντας τεχνητή υποεκτίμηση της ανάγκης για νοσηλεία, μέσα από τον περιορισμό των διαγνωστικών ελέγχων.

Ακολούθησε δηλαδή η κυβέρνηση Μητσοτάκη μια πολιτική τεχνητής μείωσης της ζήτησης και όχι αύξησης της προσφοράς των ιατρικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών.

Υποεκτιμώντας λοιπόν η κυβέρνηση σοβαρά, μέχρι 10 φορές εκτίμησε ο καθηγητής Τσιόδρας, μέχρι 50 ο πρώην υπουργός Πολάκης, τον πραγματικό αριθμό των κρουσμάτων και προτρέποντας όσους δεν έχουν σοβαρά συμπτώματα να παραμένουν στο σπίτι χωρίς διάγνωση και χωρίς φροντίδα, κατάφερε να περιορίσει σημαντικά την πίεση που θα δέχονταν τα νοσοκομεία από όλους όσοι θα διαγιγνώσκονταν θετικοί στον ιό και θα κατέφευγαν στα νοσοκομεία.

Η πολιτική αυτή επέτρεψε να γίνουν περιορισμένες, μόνο, προσλήψεις επικουρικού κυρίως προσωπικού και να χρησιμοποιηθούν προσωρινά γιατροί από τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να καλυφθούν τα μόνιμα κενά μέσω των ήδη προγραμματισμένων από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και αναγκαίων για τη βιωσιμότητα του συστήματος, προσλήψεων.

Κι ακόμη, η κυβέρνηση έμεινε στην περιορισμένου δυναμικού επίταξη κλινών από ιδιωτικά νοσηλευτήρια, σε διπλάσιες τιμές από ό,τι ίσχυε μέχρι τώρα, χωρίς όμως να προχωρήσει σε αυτό που έκαναν οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο, να ενισχύσουν δηλαδή σημαντικά το δυναμικό των νοσοκομείων σε κλίνες, στήνοντας προσωρινά νοσηλευτήρια σε δημόσιου χώρους.

Η πολιτική της υποκαταγραφής της εξάπλωσης του ιού βοήθησε βέβαια, μέχρι τώρα τουλάχιστον, τα δημόσια νοσοκομεία να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις πιέσεις. Είχε όμως ένα κόστος που η πολύ καλή επικοινωνία και η προστασία που παρέχουν τα φιλικά με την κυβέρνηση ΜΜΕ, δεν επέτρεψε να γίνει ευρύτερα  γνωστό.

αναδημοσίευση από το tvxs.gr