Τα ταμπού και στερεότυπα μιας «επετείου»

Ο πιο διαδεδομένος αλλά και θεσμοθετημένος εθνικός μύθος για την Επανάσταση του ’21 είναι η «κήρυξή» της από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα, αν και ο ίδιος, όπως γράφει στα «Απομνημονεύματά» του, βρισκόταν στα Νεζερά της Αχαΐας!

Του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη

Εξάλλου, πώς να «ευλογούσε» μια εξέγερση που είχε ανάψει «ο απατεών και εξωλέστατος Παπαφλέσσας» και απέκρουαν οι «πεφοβισμένοι» πρόκριτοι;
Η μετάθεση της εθνικής γιορτής στις 25 του Μάρτη από την 1η του Γενάρη – όπως την είχε καθιερώσει η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου – έγινε από το βασιλιά Όθωνα το 1838, προκειμένου να την αποκόψει από τις επαναστατικές – φιλελεύθερες καταβολές της και να της προσδώσει θρησκευτικό χαρακτήρα. Δεν δίσταζε μάλιστα να απαγορεύει το «νόμιμο εορτασμό» της επετείου, όταν απειλούνταν με αντιμοναρχικές διαδηλώσεις.

Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! -Χθες στο πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Εργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Φάλαγξ “Ι. Μεταξά” Πατρών! (…) -Σήμερα. Τελετή. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Παρέλασις στρατού θαυμασία. Απόγευμα παρέλασις Σχολείων Προσκόπων κτλ. και Εθνικής Νεολαίας με τα Τάγματα εις την ουράν. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατέλειωτοι! Ολοι ντυμένοι! Περίπου 12-14 χιλιάδες! Εντύπωσις εις τον κόσμον καταπληκτική!”

Αυτά τα ενθουσιαστικά σχόλια έγραφε ο δικτάτορας Ι. Μεταξάς στο Ημερολόγιό του στις 25 Μαρτίου 1938, αυτοθαυμαζόμενος για το «εθνοσωτήριον έργον του», που είχε εγκαινιάσει με την αιματηρή καταστολή της εργατικής εξέγερσης το Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που «ξέχασε» να σημειώσει ότι για τις παρελάσεις το φασιστικής κοπής καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε σπαταλήσει 22.000.000 δραχμές, ενώ διέθεσε μόλις 5.000.000 για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού! «Ξέχασε» φυσικά να αναφέρει ότι οι 50.000 μαθητές που υποχρεώθηκαν να παρελάσουν ή να «εκδηλώσουν τον ανυπόκριτον εθνικόν  ενθουσιασμόν» έγιναν μουσκίδι από την καταιγίδα που ξέσπασε την ίδια ώρα-γεγονός που έκρυψαν τα λογοκριμένα τότε κινηματογραφικά Επίκαιρα.

΄Ηταν η βασιλο-μεταξική δικτατορία του πάγου και του ρετσινόλαδου που μας κληροδότησε το μιλιταριστικό θεσμό των μαθητικών παρελάσεων ως «συμπλήρωμα των στρατιωτικών τοιούτων» και στο πλαίσιο της «εθνικής Γυμναστικής»(!) για την οικοδόμηση του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» και όχι φυσικά για να αναπτυχθεί ο ιστορικός προβληματισμός στη νέα γενιά, που είχε  μπουχτίσει «από τα λόγια τα τριμμένα, τα μάταια λόγια όποιου Έπους», όπως φώναζε αγανακτισμένος ο Σικελιανός.

Η Χούντα, ως κληρονόμος των παραδόσεων της 4ης Αυγούστου και ως γέννημα – θρέμμα του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος, δια στόματος του πραξικοπηματία στρατηγού Σπαντιδάκη, εξέφραζε, κατά την πρώτη παρέλαση της εφτάχρονης τυραννίας, «απόλυτον ικανοποίησιν από την εν γένει εμφάνισιν των παρελασάντων τμημάτων της μαθητιώσης νεολαίας Θεσσαλονίκης, όπερ καταδεικνύει ότι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί έχουν ενστερνισθεί τας αρχάς της επαναστάσεως της 21ης Απριλίου»!

Είναι στη φύση των επετείων να ερεθίζουν τη μνήμη, ιστορική ή χαλκευμένη. Οι «εθνικές», μάλιστα, τα πάσης φύσεως «πατριωτικά» ανακλαστικά, προκαταλήψεις, μίση και πάθη κατά «των προαιώνιων εχθρών του Γένους» ή όσων «απειλούν την εθνική μας ιδιοπροσωπία» ή θέλουν να μας «αρπάξουν το εθνικό μας σύμβολο» – κατά τους σημαιοφόρους της διαιρετικής ιδεολογίας του εθνικισμού. Φαίνεται πως είχε δίκαιο ο Ερνέστ Ρενάν, όταν όριζε το έθνος ως «μια ομάδα ανθρώπων που τους ενώνει μια εσφαλμένη άποψη για το παρελθόν και το μίσος για τους γείτονες τους»!

Η εικονοκλαστική αυτή αναφορά στο ιστορικό της 25ης Μαρτίου, δεν αρκεί, φυσικά, για να γκρεμίσει βαθιά ριζωμένα ταμπού της «εθνικώς ορθής» Ιστορίας μας. Κριτικές νεανικές συνειδήσεις δεν μπορούν να αναπτυχθούν με τα εθνικά στερεότυπα ή, το χειρότερο, με την επιλεκτική μνήμη. Και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν πια να υποδύονται τον άχαρο ρόλο του διεκπεραιωτή μιας «εξεταζόμενης ιστορικής ύλης».

Αν και οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης δεν κατέφυγαν σε χουντικές ακρότητες, άφησαν όμως άθικτο το μιλιταριστικό θεσμό των παρελάσεων, καθώς, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, νομιμοποιήθηκε και η συμμετοχή των Αντιστασιακών Οργανώσεων.

Καθώς στα σχολεία μας φοιτούν προσφυγόπουλα που δίνουν τον αγώνα της ζωής και της μόρφωσης, οι κλειστοφοβικοί «της μητέρας πατρίδας» επιχειρούν να μετατρέψουν τις παρελάσεις σε πεδίο μάχης εναντίον της κυβέρνησης  που, με την ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών,  τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των πατριδοκάπηλων εθνικιστών  ένθεν-κακείθεν των συνόρων.

Η εθνοκεντρική, μονοπολιτισμική, μονοθρησκευτική παιδεία καλλιεργεί στα παιδιά έναν αυτιστικό, μυωπικό εθνικισμό, που τα ωθεί να κάνουν ακόμα και αποχή ή κατάληψη εις βάρος των αλλοδαπών συμμαθητών τους. Είναι εξίσου αποκαλυπτικό και ενδεικτικό το γεγονός ότι η χώρα μας μόλις μετά το 1987 -και μετά από καταγγελίες της Διεθνούς Αμνηστίας- υιοθέτησε την από το 1960 διακήρυξη της UNESCO για την καταπολέμηση των διακρίσεων στην Εκπαίδευση.

Το ουδετερόθρησκο «ΣΧΟΛΕΙΟ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ» από διακήρυξη του εκπαιδευτικού κινήματος πρέπει να γίνει καθημερινή πράξη, γιατί οι «ξένοι» αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Η αυτοδίκαιη πλέον απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα αν γεννήθηκαν στη χώρα μας, αλλά φοιτούν στα σχολεία μας, αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για ένα σχολείο ίσων τουλάχιστον αφετηριών, για μια χώρα και ένα κράτος των πολιτών.