Τέχνη

Στην μακραίωνη περιπλάνησή του ο ιστορικός άνθρωπος αγωνιά και αγωνίζεται να ξεφύγει από την ατομικότητά του. Χτίζει συλλογικότητες. Ομάδες, κοινότητες, κοινωνικά σύνολα. Πασχίζει να αφομοιωθεί σε μια κατ΄ουσίαν πολιτισμική ολότητα όπου η συμβιωτική σχέση και η βιωματική εμπειρία προσδίδουν υπαρκτικό νόημα στη ζωή.

Του Νίκου Δόικου*

Συν-αναστρέφεται, συν-διαλέγεται άρα υπάρχει. Συν-εργάζεται, συν-δημιουργεί άρα υπάρχει. Συν-οργανώνει, συν-πολιτεύεται άρα υπάρχει.

Με τον δημιουργικό του οίστρο ανακαινίζει και αναμορφώνει το περιβάλλον του (κάποτε το καταστρέφει) άρα υπάρχει.

Παγκοσμιοποιεί, συμπαντοποιεί τον ζωτικό του χώρο αναζητώντας μυστικούς γαλαξίες άρα υπάρχει.

Αυτο-επιβεβαιώνεται μέσα από τούτη την αντιστροφή της Μεγάλης Έκρηξης. Από τα πέρατα προς τη ζωοποιό μήτρα του σύμπαντος. Ως βρέφος που ενστικτωδώς αναζητά τη μητρική θηλή.

Από τα αναπαραστατικά αποτολμήματα με τα χαράγματα και την εξαίσια ζωγραφική στις παρειές των σπηλαίων έως τα λαμπρά τεχνουργήματα των ιστορικών χρόνων διαμορφώνεται μια γλώσσα υπερτοπικής και υπερχρονικής επικοινωνίας.

Ο άνθρωπος συνομιλεί με τη Συλλογικότητα. Επισημαίνει την παρουσία του. Με την Τέχνη πασχίζει και κατορθώνει να ενώσει το εγώ του με την ολότητα, με την κοινοτική νοηματοδότηση της ζωής.

Η Τέχνη γίνεται καταλύτης αρμονίας ανάμεσα στον άνθρωπο και την Κοινότητα.Κολυμβήθρα για να βαπτίζεται  στο γεγονός της ολότητας.Βάπτισμα άλλοτε σε λάλον ύδωρ κι άλλοτε με φωτιά.

Και παρ΄ότι η Τέχνη κινείται στο μεταίχμιο, μεταξύ του διαπροσωπικού και του προσωπικού χώρου, καθώς έξω εμπνέεται και έσω συνθέτει, και ως εκ τούτου είναι α-χωρική και α-χρονική, είναι δηλαδή τού μηδενός, άρα ακατάβλητη και αιωνόβια, τα έργα της, τα δημιουργήματα μεταρσιώνονται σε κοινωνικά αγαθά. Κατακτούν χώρο και αποκτούν χρόνο. Μεταβάλλονται σε πεδίο κοινωνικής επικοινωνίας, σε ανοιχτό θέατρο αειφόρου κοινωνικού διαλόγου. Ιδίως όταν οργανικοί πολιτικοί και πολιτισμικοί ταγοί εμπνέουν συμμετοχικά δρώμενα και καλλιτεχνικά γεγονότα,υιοθετούν δηλαδή μεθόδους κοινωνικοποίησης τής Τέχνης.

Έτσι, με την Τέχνη, ο άνθρωπος κοινωνικοποιεί την ατομικότητά του. Καμιά φορά χωρίς να το ξέρει,  χωρίς να το αντιλαμβάνεται, χωρίς να το επιδιώκει. Δείτε για λίγο την παραδοσιακή λεγόμενη Αρχιτεκτονική. Αισθητικά, μορφολογικά και λειτουργικά στοιχεία που επαναλαμβάνονται (λιθοδομημένες επιφάνειες, ηλιακοί, φουρούσια, γεισώματα στέγης, ξύλινα ζωνάρια, χαγιάτια κοκ) διατηρώντας όμως πάντοτε την ετερότητα τους, χωρίς να αντιγράφουν,χωρίς να συνιστούν απομιμήσεις.

Σε κάθε ξεχωριστό αρχιτεκτόνημα, εύκολα διακρίνονται μικρές ποιοτικές μορφολογικές διαφοροποιήσεις, μικρές, θα έλεγα, πινελιές ετερότητας, πάντοτε, όμως, στον ίδιο καμβά, στην ίδια ρυθμολογική βάση.

Πως είναι δυνατόν, παρά την αναπαραγωγή ομοειδών στοιχείων, να αποφεύγεται η αντιγραφή;

Μα ακριβώς γιατί πρόκειται για επαναδιατύπωση αισθητικών και λειτουργικών κωδίκων κοινωνικά αποδεκτών και, κυρίως, κοινωνικά παραγόμενων.

Τι σημαίνουν όλα αυτά ;

Αν ορίσουμε την Αρχιτεκτονική ως το σύνολο των βασικών  αρχών που διέπουν τον σχεδιασμό και, δι’ αυτού, την μορφή και λειτουργία των συστημάτων, τότε στην δημώδη Αρχιτεκτονική αυτές οι αρχές αποτελούν, κατ’ουσίαν, βασικές κοινωνικές παραδοχές. Προιόντα, δηλαδή, συλλογικής βιωματικής εμπειρίας, κοινωνικής βιωματικής εμπειρίας. Κοντολογίς, με τα μαστόρικα ισνάφια, με τους κουδαραίους μαΐστορες της δημώδους Αρχιτεκτονικής η ίδια η Κοινωνία αρχιτεκτονεί.

Να επανέλθουμε στα προηγούμενα.

Από τα χρόνια τού μεσοπολέμου ιδίως δε κατά τα χρόνια της νεοφιλελεύθερης έκρηξης, ο ενθουσιασμός από τις αρχικές οικονομικές κατακτήσεις συνέβαλε στην διαμόρφωση μιας αντίστοιχα ενθουσιώδους και υπεροπτικής αντίληψης για την Τέχνη και την σημασία της για τον άνθρωπο. Αντίληψη που όριζε (απομειώνοντας) την Τέχνη ως αναπλήρωμα των παντοειδών ελλειμμάτων της κοινωνικής ζωής.

Της προσέδωσαν δηλαδή ταυτόσημο εννοιολογικό περιεχόμενο με το φροϋδικό «σύνδρομο υπεραναπλήρωσης».

Τέχνη: το «σκεύασμα» που πληρώνει τα οντολογικά και ψυχολογικά κενά της συμβίωσης.

Και, μάλιστα, από αυτήν την αποφαντική προσέγγιση κατέληγαν στο συμπέρασμα πως όσο η κοινωνία θα καθίσταται αποτελεσματικότερη στην αντιμετώπιση των ανθρωπίνων αναγκών, τόσο θα υποχωρεί και σταδιακά, θα εκλείπει ο υπαρκτικός λόγος, η υπαρκτική ουσία της Τέχνης. Θα πάψει να είναι αναγκαία η Τέχνη. Θα εξαφανιστεί.

Κοντολογίς, η Τέχνη έχει ημερομηνία λήξης. Ωσονούπω αποβιβάζεται από το τρένο. Όπως άλλωστε και η ίδια η Ιστορία, η ίδια η Ιδεολογία, (θυμηθείτε τον Φουκουγιάμα, τον Χάντιγκτον και δεκάδες υμνητές του νεοφιλελεύθερου Κάμελοτ, τους σκηνοθέτες που στρώνανε το διάτρητο θεωρητικό χαλί ανύπαρκτων «αντιθέσεων» για να δικαιολογήσουν τις κατακτητικές βλέψεις της Ελίτ στις κατά Ρήγκαν «κακές»πετρελαιοφόρες και υδροφόρες χώρες της Μέσοποταμίας,της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και των Δυτικών Βαλκανίων).

Μια εντελώς ανιστόρητη περί Τέχνης αντίληψη, βέβαια, που αναιρείται από τις ίδιες τις  ιδιοσυγκρασιακές και κοινωνιολογικές ροπές των ανθρώπων.

Γιατί, ευτυχώς για την δημιουργική μας τρέλα, ο ιστορικός άνθρωπος τείνει να εκλαμβάνει ως δεδομένες τις κατακτήσεις του. Τις ξεπερνά,σε λιγόλεπτα ιστορικά διαστήματα και εφορμά για την εξερεύνηση νέων, άγνωστων πεδίων,για  νέες κατακτήσεις. Αποτολμά τα ποιοτικά του άλματα. Κλιμακώνει την εναγώνια εξερεύνηση των εσχατιών του σύμπαντος αναζητώντας το σαγηνευτικό μυστήριο της δικής του ύπαρξης.

Καθώς διαρκώς αναπαράγονται νέες ανάγκες και αγωνίες, από την ίδια την ανθρώπινη φύση, ως ποιοτικά άλματα και ως νέες σελασφόρες κατακτήσεις, ποιος,αλήθεια, θα μπορούσε να υποστηρίξει με σοβαρότητα πως κάποιο κάποτε μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης θα κατάφερνε να ικανοποιήσει οριστικά τις ανθρώπινες ανάγκες και να αμβλύνει τελεσίδικα τις ανθρώπινες αγωνίες;

Η ίδια η ανθρώπινη φύση, αυτή η σωτήρια προδιάθεση προς την συνεχή υπέρβαση των ποσοτικών δεδομένων και προς τη μέθη των ποιοτικών αλμάτων, κάμει την Τέχνη αναντικατάστατο συνοδοιπόρο και αέναο φωτοδότη της ανθρώπινης περιπέτειας προς το Χρυσόμαλλον Δέρας.

* Ο Νίκος Δόικος είναι αρχιτέκτονας – συγγραφέας ([email protected] com)