Η αιματηρή ιστορία του θρυλικού πανεπιστημίου της Οξφόρδης: 93 νεκροί και μια τιμωρία που κράτησε 470 χρόνια

Η αρχή τής ιστορίας του θρυλικού πανεπιστημίου της Οξφόρδης μπορεί να αναχθεί τουλάχιστον στο τέλος του 11ου αιώνα, αν και η ακριβής χρονολογία ιδρύσεως παραμένει άγνωστη. Το πανεπιστήμιο που έχει ήδη ιστορία 900 ετών, παρόμοια σε διάρκεια με την Πλατωνική Ακαδημία (400 π.Χ. – 500 μ.Χ. περίπου) τη 10η Φεβρουαρίου, ανήμερα της Αγίας Σχολαστικής, «σημαδεύτηκε» από μία αιματηρή ιστορία που άφησε πίσω της  93 νεκρούς και μια τιμωρία που επιβλήθηκε για 470 συνεχόμενα χρόνια ενώ χρειάστηκαν έξι αιώνες για να «θαφτεί» οριστικά και αμετάκλητα το «τσεκούρι του πολέμου» ανάμεσα σε ντόπιους και φοιτητές.

Διαλέξεις από το 1096

Η Οξφόρδη αποτελούσε ήδη σημαντικό κέντρο μάθησης κατά το τέλος τού 12ου αιώνα. Από την Ευρώπη προσέρχονταν σε αυτό διδάσκαλοι και λόγιοι, είναι δε γνωστό ότι εκφωνούνταν διαλέξεις ήδη από το 1096. Η εκδίωξη των ξένων από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού το 1167 οδήγησε αρκετούς Άγγλους λογίους να επιστρέψουν από τη Γαλλία και να εγκατασταθούν στην Οξφόρδη.

Κατά μία άποψη, υπεύθυνος ήταν ο Βασιλιάς τής Αγγλίας Ερρίκος Β΄, ο οποίος απαγόρευσε στους Άγγλους λογίους να μαθητεύουν στο Παρίσι. Ο ιστορικός Τζέραλντ οφ Γουέιλς ξεκίνησε να παραδίδει μαθήματα προς τους λογίους το 1188 και ο πρώτος ξένος λόγιος, ο Ολλανδός Ίμο οφ Φρίσλαντ, υπήρξε ο πρώτος σπουδαστής από την Ευρώπη, ο οποίος έφθασε το 1190.

Ο επικεφαλής τού πανεπιστημίου αποκλήθηκε πρύτανης (chancellor «καγκελάριος») το 1201, τα δε κολέγια αναγνωρίστηκαν ως universitas ή νομικό πρόσωπο (σωματείο, corporation) το 1231. Οι φοιτητές σχημάτισαν τις δικές τους ενώσεις με γεωγραφικά κριτήρια και χωρίστηκαν σε δύο «εθνότητες», τους Βορείους (περιλαμβανομένων όσων προέρχονταν από τη Σκωτία) και τους Νοτίους(περιλαμβανομένων όσων προέρχονταν από την Ιρλανδία και την Ουαλία). Τους κατοπινούς αιώνες η γεωγραφική προέλευση εξακολούθησε να επηρεάζει τη συνταύτιση αρκετών φοιτητών με συγκεκριμένο κολέγιο ή φοιτητικό οίκο (hall) στην Οξφόρδη. Τον 13ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Οξφόρδη μέλη διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων,όπως Δομινικανοί, Φραγκισκανοί, Καρμηλίτες και Αυγουστινιανοί. Οι εν λόγω ιερωμένοι απέκτησαν επιρροή και χρηματοδοτούσαν τη συντήρηση φοιτητικών οίκων Τον καιρό εκείνο, ιδιώτες ευεργέτες ίδρυσαν κολλέγια, με σκοπό να αποτελέσουν αυτόνομες κοινότητες λογίων.

Μεταξύ των πρώτων ευεργετών ήταν ο Τζων ντε Μπάλιολ (John de Balliol), πατέρας τού κατοπινού βασιλιά τής Σκωτίας Ιωάννη (1248-1314). Άλλος διάσημος ευεργέτης ήταν ο Ουόλτερ ντε Μέρτον (Walter de Merton), Λόρδος καγκελάριος (Πρόεδρος στη Βουλή των Λόρδων) της Αγγλίας και στη συνέχεια Επίσκοπος του Ρότσεστερ, ο οποίος διατύπωσε σειρά κανόνων για τη λειτουργία των κολλεγίων. Το κολλέγιο Μέρτον έγινε πρότυπο τέτοιων ιδρυμάτων τόσο στην Οξφόρδη όσο και στο Καίμπριτζ. Έπειτα από αυτό, ολοένα και περισσότεροι φοιτητές προτιμούσαν τη διαμονή σε κολέγια αντί σε φοιτητικούς ή ευκτηρίους οίκους

Ο καβγάς ανήμερα της Αγίας Σχολαστικής

Ξημερώνει η 10η Φεβρουαρίου του 1355. Την ημέρα εκείνη, ανήμερα της αγίας Σχολαστικής ο Γουόλτερ Σπρεντζάιους και ο Ρότζερ ντε Τσέστερφιλντ, φοιτητές της Οξφόρδης, εκμεταλλεύονται την αργία και βγαίνουν στην πόλη για να περάσουν τη νύχτα τους σε μια παμπ και συγκεκριμένα στην Σουίντλστοκ Τάβερν, ιδιοκτησίας κάποιου κυρίου ονόματι Τζον Κρόιντον. Οι δύο φοιτητές μπαίνουν στην παμπ, κάθονται στο μπαρ και παραγγέλνουν από μία μπύρα. Με την πρώτη γουλιά κατάλαβαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ίσως ήταν ξινή είτε… ξεθυμασμένη.

Ο καβγάς δεν άργησε να ξεσπάσει. Τα χρόνια εκείνα η πόλη ήταν χωρισμένη στους Towns (ντόπιοι) και τους Gowns. Κουβέντα στην κουβέντα, οι δύο φοιτητές προπηλάκισαν τον κύριο Κρόιντον, πετώντας του τα ποτήρια τους κατά πρόσωπο.

Το ξύλο έπεσε… άφθονο ο ταβερνιάρης έφαγε της χρονιάς του και το νέο έφθασε ως τα αυτιά του δήμαρχου της Οξφόρδης που τότε ήταν ο Τζον ντε Μπέρεφορντ. Σπεύδει εκείνος στο πανεπιστήμιο ανταμώνει με τον πρύτανη Τζον Τσάρλτον και του ζητά να συλλάβει τους δύο δράστες. Ο ίδιος όμως δεν είχε δικαιοδοσία να τους συλλάβει, αφού το Πανεπιστήμιο είχε ασυλία (ένα είδος πρώιμου πανεπιστημιακού ασύλου). Η απαίτηση του δημάρχου για σύλληψη των δραστών έφθασε γρήγορα στα αυτιά τους. Έτσι, οι Σπρεντζάιους και Τσέστερφιλντ ξυλοκόπησαν και τον δήμαρχο, ενώ 200 φοιτητές που συνέδραμαν στους δύο φοιτητές κινήθηκαν απειλητικά εναντίον των κατοίκων. Η Οξφόρδη ήταν ένα καζάνι που έβραζε, έτοιμο να σκάσει. Και έσκασε τελικά…

«Σκοτώστε, σκοτώστε»!

Την επομένη ημέρα, Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου, ο δήμαρχος της Οξφόρδης ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Γ’, που κατά τύχη βρισκόταν σε γειτονική πόλη. Την ίδια ώρα, ο πρύτανης Τσάρλτον ζητούσε από τους φοιτητές του να ηρεμήσουν και να επιστρέψουν στα μαθήματά τους. Μία ομάδα από αυτούς δεν τον άκουσε και επιδόθηκε σε λεηλασίες στην πόλη της Οξφόρδης. Η αντίδραση των κατοίκων ήταν άμεση. Οπλίσηκαν στο πιτς φυτίλι και αρχικά επιτέθηκαν με τόξα εναντίον φοιτητών και έκαψαν ακόμη σπίτια μοναχών που δίδασκαν στο πανεπιστήμιο. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε ακόμα περισσότερα τις απογευματινές ώρες, όταν ο δήμαρχος Μπέρεφορντ ηγήθηκε πορείας δύο χιλιάδων αγροτών στους δρόμους της Οξφόρδης, οι οποίοι κραυγάζοντας «Slay, slay, havok, havok, smite fast, give good knocks!» («Σκοτώστε, σκοτώστε, ερημώστε, ερημώστε, χτυπήστε γρήγορα, δώστε γερά χτυπήματα!»), λεηλάτησαν οικήματα του πανεπιστημίου μέσα στην πόλη. Την ημέρα αυτή αναφέρθηκαν και οι πρώτοι νεκροί.

93 νεκροί, δεκάδες τραυματίες

Την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου ήταν η σειρά του πρύτανη να γίνει δεκτός από τον βασιλιά Εδουάρδο. Την ημέρα αυτή σημειώθηκαν και οι μεγαλύτερες σε έκταση ταραχές. Οι ντόπιοι -αγρότες και αστοί- οπλισμένοι σαν αστακοί εισέβαλαν στο πανεπιστήμιο και το ισοπέδωσαν στην κυριολεξία. Όποιος φοιτητής βρισκόταν στο διάβα τους έπεφτε νεκρός από βέλος, μπαλτά, μαχαίρι και ξύλο με καρφιά στην κορυφή. Ο τελικός απολογισμός των τριήμερων ταραχών στην Οξφόρδη ήταν 93 νεκροί (63 φοιτητές και 30 ντόπιοι) και πληθώρα τραυματιών.

Η τιμωρία που κράτησε 470 χρόνια

Μόλις ηρέμησαν τα πνεύματα, ο βασιλιάς Εδουάρδος όρισε εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση του αιματηρού συμβάντος, η οποία δικαίωσε το Πανεπιστήμιο, προς μεγάλη απογοήτευση των κατοίκων της Οξφόρδης. Ποια ήταν η τιμωρία; Ο βασιλιάς απαίτησε από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο της Οξφόρδης να παρελάσουν ασκεπείς στην κεντρική οδό της πόλης, να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία για την ανάπαυση των ψυχών των νεκρών φοιτητών, να καταβάλουν από το δημοτικό ταμείο μία πέννα για κάθε νεκρό φοιτητή προς ενίσχυση του ταμείου υποτροφιών του Πανεπιστημίου και τέλος να δηλώσουν ότι σέβονται τα προνόμια και το άσυλο του πανεπιστημιακού ιδρύματος.

Η ιδιότυπη αυτή ποινή δεν επιβλήθηκε μια κι έξω. Συνεχίστηκε για τα επόμενα 470 χρόνια μέχρι το 1825. Ακριβώς όπως το ακούτε. Κάθε χρόνο της Αγίας Σχολαστικής δήμαρχος και δημοτικό συμβούλιο εκτελούσαν την τιμωρία που είχε επιβάλει ο βασιλιάς της Αγγλίας στο μακρινό 1355.

Το 1825 ο τότε δήμαρχος της Οξφόρδης Γουίλιαμ Σλάτερ αρνήθηκε να εκτελέσει την ποινή που είχε επιβληθεί. Καμιά παρέλαση δεν έγινε, καμία πένα δεν κατατέθηκε και ενώ θα περίμενε κανείς την έντονη αντίδραση του πανεπιστημίου, οι αρχές του συναίνεσαν σιωπηρά.

Το τσεκούρι του πολέμου μεταξύ ντόπιων και φοιτητών θάφτηκε οριστικά στις 10 Φεβρουαρίου 1955 (600 χρόνια μετά το αιματηρό συμβάν), όταν σε ειδική τελετή ο δήμαρχος της Οξφόρδης Γουίλιαμ Γκόουερς (δικηγόρος το επάγγελμα) αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ο Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Άλαν Σμιθ, ανακηρύχθηκε επίτιμος Δημότης της Οξφόρδης.