Λας Βέγκας: Η ιστορία της «πόλης της αμαρτίας»

Περίπου  400.000 τ.μ. δημόσιας γης επρόκειτο να εκποιηθούν σε πλειστηριασμό στην καρδιά της ερήμου της Νεβάδα. Το ημερολόγιο έγραφε, 15 Μαίου 1905.  Όσοι επρόκειτο να αναζητήσουν το δικό τους κομμάτι γης θα έπεφταν πάνω στα γέλια των πολλών, που τους έλεγαν: “Εκεί δεν φυτρώνουν ούτε κάκτοι.” Κι όμως τόλμησαν. Αγρότες και εργάτες των σιδηροδρόμων. Αυτοί λοιπόν  έχτισαν την πόλη που έμελλε να μετατραπεί σε ναό τζόγου, αγοραίου σεξ και ενήλικης διασκέδασης. Κάπως έτσι  δημιουργείται ο ανεξάντλητος θρύλος της καζινούπολης και της ασωτίας που την περιβάλλει. Λας Βέγκας: Η πόλη της απόλυτης εχεμύθειας.  Ό,τι συμβαίνει στο Βέγκας μένει στο Βέγκας, όπως λένε χαρακτηριστικά για τα κλειστά στόματα της Πόλης της Αμαρτίας που προστατεύουν με τη σιωπή τους όσους καταφτάνουν εκεί αναζητώντας χαλαρά ήθη και εύκολο πλουτισμό. Τώρα πια όχι τόσο, αλλά κάποτε….

ο Λας Βέγκας φιλοξένησε και έθρεψε από την πρώτη στιγμή τις παροιμιώδεις ασυδοσίες της Άγριας Δύσης, λάτρεψε τη χαρτοπαιξία και την πορνεία και μετατράπηκε στη Μέκκα του οργανωμένου εγκλήματος της Ανατολικής Ακτής κάπου εκεί στη δεκαετία του 1940, όταν οι διάφορες μαφίες σήκωσαν τα θεόρατα καζίνο για να ξεπλένουν το μαύρο παραδάκι από τις παράνομες δραστηριότητές τους.

Με μαύρο χρήμα χτίστηκαν τα καζίνο, μαύρο χρήμα ξέπλυναν, και από κοντά οι τουρίστες που προσπαθούσαν να καρπωθούν όσα είχε να προσφέρει η Πόλη της Αμαρτίας: φτηνή διαμονή και την υπόσχεση ότι κάθε φαντασίωση θα βρει την ιδανική ικανοποίησή της. Πάντως η ιστορία της γέννησης και της ακμής του Λας Βέγκας είναι απείρως πιο πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα από το σχηματικό αυτό περίγραμμα. Περιλαμβάνει συλλογικές, προσπάθειες, ατομικές πρωτοβουλίες, αλλά και τυχαία συμβάντα που αλλάζουν τον ρου της ιστορίας.

Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας υπάρχουν στη Νεβάδα εδώ και τουλάχιστον 10.000 χρόνια και, παρά το αφιλόξενο του περιβάλλοντός της, εκεί ζούσαν φυλές Ινδιάνων ήδη από το 700 μ.Χ. Λίγα όντα κατάφερναν να επιβιώσουν βέβαια στις άνυδρες και σκονισμένες γωνιές της eρήμου Μοχάβε, αν και ο γηγενής πληθυσμός επέμενε παρά τις δυσκολίες.

Όλα έμελλε να αλλάξουν μόλις θα πατούσε στη νότια αυτή πινέζα της Νεβάδα το πόδι του Ευρωπαίου. Ένας Ισπανός ανιχνευτής, κάποιος Ραφαέλ Ριβέρα, εξερεύνησε την -μεξικανικής ιδιοκτησίας ακόμα- περιοχή στα χρόνια που εμείς εδώ στην Ελλάδα παλεύαμε για την ελευθερία μας: ήταν το 1821 όταν ο εξερευνητής ανέλαβε για λογαριασμό του μεξικανού μεγαλεμπόρου Αντόνιο Αρμίγο το έργο να εγκαθιδρύσει εμπορικό δρόμο μεταξύ Καλιφόρνιας και Νέου Μεξικού.

Αντικρίζοντας ο Ριβέρα την καταπράσινη κοιλάδα με τις πηγές καταμεσής της ερήμου, την ονόμασε, χωρίς πολλή σκέψη, «Λας Βέγκας», «Τα Λιβάδια» δηλαδή, εντυπωσιασμένος καθώς ήταν από το νερό που έρεε άφθονο και έδινε στην έρημο ένα αναπάντεχο πράσινο χρώμα. Πλέον τα καραβάνια για Λος Άντζελες θα έκαναν την παράκαμψη, ώστε να βρεθούν στη μικρή αυτή όαση της Μοχάβε και να ανεφοδιαστούν για το υπόλοιπο του ταξιδιού τους.

Τον Μάιο του 1844, ο 10ος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζον Τάιλερ, στέλνει στο Λας Βέγκας μια ομάδα πρακτόρων, κατασκόπων, ανιχνευτών και επιστημόνων, με σκοπό να αναζητήσουν τους θησαυρούς που κρύβονταν εκεί και να εξετάσουν το ενδεχόμενο προσάρτησης της περιοχής στις ΗΠΑ. Η αποστολή φτιάχνει ανάμεσα στις πηγές το πρώτο -μυστικό- φρούριο, το οποίο θα χρησιμοποιούνταν αργότερα ως καταφύγιο για τους κουρασμένους ταξιδιώτες, τους κυνηγούς και για κάθε λογής τυχοδιώκτη που ο δρόμος έφερνε κατά κει.

Ο πόλεμος με το Μεξικό ξέσπασε τελικά το 1848 και το Λας Βέγκας πέρασε σε αμερικανικά χέρια, αν και τίποτα δεν άλλαξε ουσιαστικά για τους λιγοστούς κατοίκους. Μέχρι το 1855 τουλάχιστον, όταν ο θρησκευτικός ηγέτης των Μορμόνων, Brigham Young, στέλνει εκεί καμιά 30 ιεραπόστολους για να αποικήσουν την περιοχή. Παρά το γεγονός ότι ο καταυλισμός που θα στήσουν οι Μορμόνοι δεν θα στεριώσει τελικά, οι εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις θα χρησιμοποιηθούν λίγο αργότερα από τον ζάμπλουτο μεταλλοδίφη και πολιτικό Οκτάβιους Γκας, ο οποίος με εξουσιοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης βάζει πόδι στην περιοχή το 1865, διεκδικώντας την πια ανοιχτά από τους Ινδιάνους. Η φυλή των αυτοχθόνων παραδίδει τελικά το παλιό φρούριο στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τις συνήθως ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του χλωμού προσώπου, και ο Γκας ονομάζει την περιοχή Ράντσο «Λος Βέγκας», ώστε να αποφύγει τις συγχύσεις με το Λας Βέγκας του Νέου Μεξικού. Τα χρόνια περνάνε αδιάφορα και οι αρχές του νέου αιώνα θα βρουν το Βέγκας σε νέο και αρκούντως αναπάντεχο ρόλο: τώρα είναι γνωστό ως το μέρος όπου συρρέουν τα δυστυχισμένα ζευγάρια για να πάρουν εύκολα διαζύγιο! Το Βέγκας υιοθετεί ταυτοχρόνως και το άλλο ξακουστό χαρακτηριστικό του, τον ακόμα γρηγορότερο γάμο, φτιάχνοντας έτσι ένα πακέτο που πολλοί θα βρουν ακαταμάχητο.

Ο σιδηρόδρομος

Σημείο καμπής για τη γέννηση του Βέγκας ήταν το 1905, όταν ο σιδηρόδρομος κατέφτασε στο πράσινο λιβάδι της Μοχάβε, συνδέοντας το παλιό οχυρό τόσο με τον Ειρηνικό όσο και με το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο της Γιούτα. Η διαχειρίστρια εταιρία «Σιδηρόδρομοι των Λος Άντζελες και Σολτ Λέικ» αγοράζει το οχυρό και τα γύρω εδάφη από τους κληρονόμους του Γκας. Το κράτος όμως, χαζό δεν είναι. Θέλει να έχει τον δικό του ρόλο. Έτσι, όπως είδαμε και στην εισαγωγή, στις 15 Μαΐου της χρονιάς εκείνης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα δημοπρατήσει 400.000 τ.μ. δημόσιας γης σε πλειστηριασμό. Η ανοικοδόμηση γίνεται με φρενήρεις ρυθμούς και γρήγορα η κωμόπολη γίνεται πόλη, και συγκεκριμένα  στις 16 Μαρτίου 1911, με 800 κατοίκους. Η πόλη φυτοζωούσε έως το 1930, όταν με απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης εγκρίθηκε η κατασκευή του γιγαντιαίου φράγματος Μπάουλντερ (σήμερα Χούβερ) στον ποταμό Κολοράντο. Χιλιάδες Αμερικανοί συνέρρευσαν τότε στο Λας Βέγκας για να διεκδικήσουν τις 5.000 θέσεις εργασίας στην κατασκευή του φράγματος. Η πόλη άλλαξε όψη από τη μία μέρα στην άλλη. Ο παράνομος τζόγος άρχιζε να ανθίζει και η Ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε στην πράξη

Η πολιτεία της Νεβάδα θέτει απρόθυμα τον τζόγο εκτός νόμου το 1910 (όντας η τελευταία δυτική πολιτεία που συγκατατέθηκε στις ομοσπονδιακές διατάξεις), αν και η χαρτοπαιξία συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό στα υπόγεια χαμαιτυπεία και τις παράνομες λέσχες. Μέχρι να νομιμοποιηθεί ο τζόγος ξανά το 1931, το οργανωμένο έγκλημα θα έχει ήδη αποκτήσει ισχυρό λόγο στο Βέγκας. Παρά την απαγόρευση του τζόγου μεταξύ 1910-1930, η οικονομία του Βέγκας ανθούσε και η πόλη πέρασε στα χέρια της Union Pacific Railroad. Οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των σιδηροδρομικών την άφησαν σχεδόν έρημη το 1922, αν και σύντομα θα ξανάπαιρνε τα πάνω της χάρη στο τεράστιο κατασκευαστικό έργο της περιοχής.

Ο αντρικός πληθυσμός που συνέρρευσε μετέτρεψε φυσικά το Βέγκας σε ενήλικο παιδότοπο, αλλάζοντας άρδην τα χρονικά της μικρής όασης. Οι ντόπιοι επιχειρηματίες, οι Μορμόνοι αλλά και τα μεγαλοαφεντικά της Μαφίας μυρίστηκαν την ευκαιρία και άρχισαν να αναπτύσσουν καζίνο και στριπτιζάδικα για τις στρατιές των καλοπληρωμένων εργατών του φράγματος, που ήταν εργένηδες και διψούσαν για διασκέδαση.

Η Fremont Street γέμισε από  χαμαιτυπεία αλλά και σχετικά πολυτελή καζίνο, τα οποία από το 1936, οπότε και ολοκληρώθηκε το Φράγμα Χούβερ, τίγκαραν με χιλιάδες λαμπιόνια και πινακίδες που αναβόσβηναν, καθώς το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του φράγματος τροφοδοτούσε τώρα την πόλη με φτηνό και άφθονο ρεύμα. Παρά την εισβολή κακοποιών στοιχείων και μαφιόζων, η τοπική κοινότητα πάλευε να κρατήσει το Ράντσο Λος Βέγκας σε αξιοπρεπή κατάσταση, αν και η πολιτεία της Νεβάδα είχε σαφώς άλλα στον νου της: προσπαθώντας να ξαλαφρώσει τις γεμάτες τσέπες των εργατών, νομιμοποιεί μονομερώς τον τζόγο το 1931, την ώρα που φτιάχνει τα πρώτα φανάρια κυκλοφορίας.      Ξέρετε, το τι είναι παράνομο ή όχι το ορίζει το κράτος. Προκειμένου να εισρεύσει ζεστό χρήμα στα δημόσια ταμεία στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ κάνει τα στραβά μάτια στη νομοθεσία της Νεβάδα.  Όλα έγιναν μεθοδικά και οργανωμένα και η πρώτη άδεια δόθηκε το 1931 στο καζίνο Northern Club

Ο τζόγος του Λος Βέγκας είναι ήδη γνωστός στην Καλιφόρνια και η Νεβάδα έχει βάλει για τα καλά σκοπό να μετατρέψει τη μικρή καζινούπολη σε πρωτεύουσα του αμερικανικού τζόγου. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απαντά φτιάχνοντας έναν οικισμό για τους εργάτες του φράγματος, απαγορεύοντάς τους ταυτοχρόνως να εμφανίζονται στο κακόφημο Βέγκας! Αυτό ήταν! Ένα παράνομο δίκτυο μεταφοράς λευκής σαρκός και αλκοόλ στήθηκε, προσελκύοντας κι άλλους μαφιόζους.

Μετά την ολοκλήρωση του κατασκευαστικού άθλου του Φράγματος Χούβερ, όταν οι εργάτες εγκατέλειψαν τη Νεβάδα, οι πολιτειακές αρχές πίστεψαν ότι αυτό θα ήταν το τέλος της καζινούπολης. Οι ενέργειες εξάλλου των δημοτικών αρχών είχαν περιορίσει δραστικά τον κακόφημο χαρακτήρα της πόλης και όλοι πίστεψαν ότι οι έξαλλες μέρες του Βέγκας ήταν πια παρελθόν. Δεν υπολόγισαν όμως τον τουρισμό! Γιατί το Φράγμα Χούβερ μετατράπηκε σε απίστευτο πόλο έλξης, κάνοντας το Βέγκας να ξαναγεμίσει κόσμο.

Το 1941, την ώρα που ολοκληρώνεται ο μεγάλος διαπολιτειακός αυτοκινητόδρομος 91, που διευκόλυνε ακόμα περισσότερο την πρόσβαση στην πόλη, η αμερικανική κυβέρνηση στήνει τη νέα στρατιωτική σχολή της στο Λας Βέγκας. Οι επιτελείς του στρατού δεν χάρηκαν βέβαια που οι νεοσύλλεκτοι φαντάροι θα όργωναν μια πόλη στην οποία η πορνεία και ο τζόγος ήταν νόμιμα, γι’ αυτό και το 1942 ανάγκασαν την πολιτεία της Νεβάδα να θέσει εκτός νόμου την πορνεία, όσο  για  τον τζόγο … λέξη δεν ήθελαν να ακούσουν τα κυβερνητικά αυτιά.

Οι μαφιόζοι

Κι έτσι τη στιγμή που άνοιγε τις πύλες της η στρατιωτική ακαδημία, στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου για το Βέγκας άνοιγε το πρώτο πραγματικό καζίνο, το «Ελ Ράντσο Βέγκας». Το παράδειγμά του μιμήθηκαν αμέσως κι άλλα καζίνο και νυχτερινά κέντρα, δίνοντας έτσι υπόσταση στο «Las Vegas Strip»! Η Κόζα Νόστρα δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από την αναπτυσσόμενη οικονομία του Βέγκας,- επιδίωκε ούτως ή άλλως να βάλει χέρι από χρόνια-, και το 1946 θα τα καταφέρει επιτέλους: εκείνη τη χρονιά ο γκάγκστερ Μπάγκσι Σίγκελ, με τα ναρκωδόλαρα του εβραίου «νονού» της Ανατολικής Ακτής, Μέγιερ Λάνσκι, ανοίγει τις πύλες του «Φλαμίνγκο», προσφέροντας το πρώτο πραγματικό υπερθέαμα του Βέγκας.

Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Αμερικής είχαν ήδη κλείσει εμφανίσεις στο καζίνο της Μαφίας, την ίδια ώρα που για τα εγκαίνιά του, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1946, μεταφέρθηκε εκεί, με κάθε μέσο, όλο το Χόλιγουντ! Και βέβαια μπορεί ο Σίγκελ να επρόκειτο να δολοφονηθεί την επόμενη χρονιά, το όραμά του ωστόσο για το Βέγκας έμελλε να ζήσει και να μακροημερεύσει.

Στη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι μεγαλοκακοποιοί ανέλαβαν δράση ανοίγοντας σειρά πολυτελών καζίνο (όπως τα Sahara, Sands, New Frontier, Riviera, Tropicana κ.ά.), τα οποία δεν ξέπλεναν φυσικά μόνο τα παράνομα δολάρια της Μαφίας, αλλά και το μαύρο χρήμα αξιοσέβαστων επιχειρηματιών και επενδυτών της Γουόλ Στριτ. Όσο για τη χρηματοδότηση των ίδιων των καζίνο, δεν προέρχονταν μόνο από τους «νονούς» της Κόζα Νόστρα και τα συνεταιράκια τους, αλλά και από σοβαρά ιδρύματα, τραπεζικά καταστήματα, ταμεία συνδικαλιστικών φορέων, ακόμα και από την Εκκλησία των Μορμόνων και τα καταπιστεύματα του Πανεπιστημίου Πρίνστον!

Το Βέγκας, όπως το ξέρουμε σήμερα, είχε γεννηθεί και τίποτα δεν θα μπορούσε τώρα να ανακόψει τη δυναμική του, καθώς το οργανωμένο έγκλημα δικαίωνε, και με το παραπάνω, την ισόβια υπόσχεση του Βέγκας ότι μπορεί να εκπληρώσει κάθε αρρωστημένη φαντασίωση του επισκέπτη. Οι τουρίστες που όργωναν νυχθημερόν το Βέγκας γεμίζοντας τα χαρτοπαικτικά τραπέζια και τους κουλοχέρηδες άγγιξαν ρεκόρ επισκεψιμότητας το 1954, όταν οι απανωτές εμφανίσεις των μεγάλων αστεριών της εποχής (Έλβις Πρίσλεϊ, Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Λιμπεράτσε κ.λπ.) εξασφάλισαν στην Πόλη της Αμαρτίας 8 εκατομμύρια τουρίστες!

Ομοσπονδιακή εισαγγελική έρευνα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, που ερεύνησε τη σχέση του οργανωμένου τζόγου με το επίσης οργανωμένο έγκλημα, κατέληξε ότι τα καζίνο του Βέγκας ήταν γερά προσδεμένα στο άρμα της Μαφίας, η οποία είχε μετατραπεί στο πραγματικό αφεντικό της καζινούπολης. Παρά το γεγονός ότι η επιτροπή εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την υιοθέτηση ομοσπονδιακής νομοθεσίας για τη διαφάνεια στη λειτουργία των καζίνο, ο κυβερνήτης της Νεβάδα και οι «νονοί» χρηματοδότες του κατάφεραν να στραγγαλίσουν την πρόταση.

Τα μεγαλοαφεντικά της Κόζα Νόστρα, χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις τους τόσο στο Χόλιγουντ όσο και τον Τύπο της Νέας Υόρκης, διαφήμιζαν καθημερινά το Βέγκας ως αμαρτωλή πόλη, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην καθιέρωσή της ως πρωτεύουσας της αμερικανικής ανηθικότητας. Η Μαφία έκανε όμως και κάτι άλλο, που θα έκλεβε τη δόξα, το χρήμα και τον τουρισμό από τον εσωτερικό ανταγωνισμό του Βέγκας: λάδωνε τις δημοτικές αρχές και την αστυνομία για να κάνουν τα στραβά μάτια, μετατρέποντας το Βέγκας σε άντρο ανομίας και παράδεισο σεξ και ναρκωτικών.

Κι έτσι εκεί που άλλοτε ήταν οι εργάτες αυτοί που υποστήριζαν τη «ροζ» ψυχαγωγία και τον τζόγο, τώρα ήταν οι στρατιώτες και οι εργένηδες τουρίστες αυτοί που τροφοδοτούσαν με δολάρια το αδηφάγο δίκτυο των καζίνο, των κόκκινων φαναριών και κάθε άλλης νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας. Οι στρατιωτικές βάσεις του Β’ Παγκοσμίου έδωσαν τελικά τη θέση τους στις μυστικές ψυχροπολεμικές εγκαταστάσεις της άνυδρης περιοχής, αν και τις μεγαλύτερη δόξα γνώρισε το πεδίο πυρηνικών δοκιμών της Νεβάδα, στο οποίο από το 1951 ως το 1963 πυροδοτήθηκαν περισσότερες από 100 ατομικές βόμβες!

Η πόλη εκμεταλλεύτηκε και με το παραπάνω τον λεγόμενο «πυρηνικό τουρισμό», παρέχοντας απλόχερα θέα στα ατομικά «μανιτάρια» από τα καζίνο-ξενοδοχεία του Strip και συνδυάζοντάς τα με τουριστικά πακέτα και αναλόγου έμπνευσης «ραδιενεργά» κοκτέιλ. Η Πόλη της Αμαρτίας διαφημιζόταν τώρα ως Ατομική Πόλη, καθώς το κοινό έβρισκε ακαταμάχητο το απόκοσμο θέαμα της πυρηνικής εποχής.

Ο εκκεντρικό κροίσος

Η ιστορία του Βέγκας ήταν πάντα στενά συνδεδεμένη με τα χρονικά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όπως έχει ειπωθεί, σε καμιά άλλη πόλη η ιστορία δεν γράφτηκε σε τέτοιον βαθμό από μεμονωμένα άτομα. Και για το σύγχρονο πρόσωπο της καζινούπολης κανείς δεν έκανε περισσότερα από τον Χάουαρντ Χιουζ! Ανήμερα των Ευχαριστιών του 1966 ο εκκεντρικός κροίσος κλείστηκε στη σουίτα του καζίνο «Desert Inn» και δεν ξαναβγήκε για έναν και πλέον μήνα από το πολυτελές δωμάτιό του. Όταν λοιπόν ο διευθυντής τού ζήτησε να αφήσει τη σουίτα, ο ζάμπλουτος Χιουζ αγόρασε ολόκληρο το καζίνο! Δεν έμεινε φυσικά εκεί και σύντομα είχε στα χέρια του κι άλλα καζίνο και ξενοδοχεία (συνολικής αξίας 300 εκατ. δολαρίων!), γεννώντας έτσι μέσα σε λίγους μήνες τη νέα εποχή του Βέγκας, όταν τα μαφιόζικα συμφέροντα πέρασαν δηλαδή στα χέρια επιχειρηματικών ομίλων.

Ο νέος ισχυρός άντρας του Βέγκας πήρε ηθελημένα στην κατοχή του τις δραστηριότητες της Κόζα Νόστρα και αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό πίσω από τη μετατροπή του Βέγκας από άντρο του Φαρ Ουέστ σε κοσμοπολίτικη μητρόπολη ενήλικης ψυχαγωγίας. Ένα ακόμα στοιχείο έλειπε από το Λας Βέγκας για να πάρει εξολοκλήρου την σημερινή μορφή του: τα μέγκα-καζίνο.

Το 1989 λοιπόν , ο από δεκαετίες κατασκευαστής καζίνο Steve Wynn άνοιξε τις πύλες του «Mirage», του πρώτου τεράστιου resort του Βέγκας. Η καζινούπολη μέσα στις δύο επόμενες δεκαετίες θα άλλαζε και πάλι πρόσωπο, όταν οι δυναμίτες στα θεμέλια των παλιών χαρτοπαικτικών εγκαταστάσεων θα έκαναν χώρο για την ανέγερση πελώριων οικοδομικών συγκροτημάτων που θα έφερναν στην καρδιά της Μοχάβε ακόμα πιο κοσμοπολίτικο αέρα, με ρέπλικες της αρχαίας Ρώμης, της φαραωνικής Αιγύπτου, της Βενετίας, του Παρισιού και άλλων κιτς συλλήψεων.

Η παρέα του ΜΙΤ που νίκησε τα καζίνο

Το 1992 μία παρέα φοιτητών από το MIT κατάφερε να «νικήσει» τα μεγαλύτερα καζίνο της Αμερικής, εφαρμόζοντας απλά μαθηματικά. Η ιδέα ξεκίνησε το 1958, όταν ο μαθηματικός και τζογαδόρος Έντουαρντ Ο’ Θορπ μελέτησε μανιωδώς το παιχνίδι «Blackjack», ή αλλιώς «21». Ο Ο’ Θορπ χρησιμοποίησε τον νεοαποκτηθέντα υπολογιστή του ΜΙΤ για να υπολογίσει τις πιο συμφέρουσες κινήσεις, ανάλογα με τον συνδυασμό καρτών που θα είχαν οι παίκτες μπροστά τους. Εάν για παράδειγμα ο παίκτης είχε 14 και η «μάνα», δηλαδή ο κρουπιέρης του καζίνο, 7, τότε ο παίκτης είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει, αν επέλεγε να τραβήξει κι άλλο χαρτί. Όποιος εφάρμοζε κατά γράμμα τη μέθοδο του Ο’ Θορπ δεν σήμαινε ότι θα κέρδιζε κάθε παρτίδα, αλλά ότι, μακροπρόθεσμα, θα κέρδιζε περισσότερες φορές απ’ ό,τι θα έχανε. Το 1966 δημοσιεύτηκε το βιβλίο του «Beat the Dealer», όπου ο μαθηματικός εξηγούσε τη διαδικασία, και αμέσως έγινε ανάρπαστο. Έφθανε όμως ένα βιβλιο για να νικήσεις τα καζίνο με τις αμέτρητες κάμερες ασφαλείας, τις σημαδεμένες τράπουλες και τους κρουπιέρηδες που άλλαζαν φύλλο σε κλάσματα δευτερολέπτου? Σχεδόν μιάμιση δεκαετία αργότερα, το 1979, η παρέα «ιδιοφυϊών» του MIT που προαναφέραμε αποφάσισαν να εφαρμόσουν το σύστημα Ο΄Θορπ. Ασφαλώς δεν ήταν οι πρώτοι που θα χρησιμοποιούσαν μαθηματικές μεθόδους για να ξεγελάσουν τους κρουπιέρηδες των καζίνο, αλλά ήταν οι πρώτοι που οργανώθηκαν σε ομάδα και δημιούργησαν ειδικούς ρόλους για τη βέλτιστη απόδοση του σχεδίου. Οι νεαροί χρησιμοποιούσαν, εκτός από τη βασική στρατηγική του Ο’Θορπ, μία άλλη τεχνική που βασιζόταν στην καταμέτρηση των χαρτιών που εμφανίζονταν στο παιχνίδι. Και όχι μόνο.  Τους παίχτες τους συμφέρει να παίζουν με μεγάλα χαρτιά, δηλαδή το 10, τις φιγούρες και τον άσο. Τα μικρά χαρτιά, από το 1 μέχρι το 6, συνήθως δίνουν τη νίκη στο καζίνο, ενώ τα μεσαία (7-9) θεωρούνται ουδέτερα.

Επομένως, οι παίχτες επιδιώκουν πάντα να ποντάρουν πολλά χρήματα, όταν ξέρουν ότι στην τράπουλα έχουν απομείνει τα πιο πολλά μεγάλα χαρτιά, καθώς τα μικρά έχουν ήδη παιχτεί.     Πώς μπορούσαν όμως να το ξέρουν αυτό; Είχαν αποδώσει συγκεκριμένη αξία σε κάθε είδος χαρτιού. Δηλαδή, τα μικρά χαρτιά είχαν αξία +1, τα ουδέτερα 0 και τα μεγάλα, -1. Κάθε φορά που εμφανιζόταν ένα καινούριο χαρτί, εκείνοι έπρεπε να προσθέτουν και να αφαιρούν ανάλογα. Όταν το αποτέλεσμα των πράξεων έφτανε να είναι +5 και πάνω, σήμαινε ότι αρκετά μικρά χαρτιά είχαν παιχτεί, έτσι ώστε να είναι πλέον ασφαλές να ποντάρουν πολλά χρήματα και να κερδίσουν. Στο Λας Βέγκας, αν σε δουν να μετράς και να δαπανάς χρόνο στο ποντάρισμα σε παρακολουθούν πολύ πιο επίμονα και οι πιτσιρικάδες το ήξεραν αυτό. Τι έκαναν; Χωρίστηκαν σε μικρότερες ομάδες των τριών ατόμων και κάθε  άτομο εξυπηρετούσε διαφορετικό ρόλο. Αρχικά υπήρχε ο «παρατηρητής», που παρακολουθούσε το παιχνίδι, μετρούσε τις κάρτες και όταν έβλεπε ότι οι περισσότερες μικρές κάρτες είχαν φύγει, έκανε κρυφά σήμα στον συνάδελφό του να κάτσει και να ποντάρει. Ο συνάδελφος αυτός ήταν ο «μεγάλος παίχτης», που καθόταν και πόνταρε πολύ μεγάλα ποσά, μόνο όταν ήξερε ότι οι κάρτες που απέμεναν στην τράπουλα τον συνέφεραν. Συνήθως οι «μεγάλοι παίχτες» προσποιούνταν ότι ήταν πλούσιοι επιχειρηματίες, και έπαιζαν πάντα με αυτό τον ριψοκίνδυνο τρόπο. Υπήρχε και ένα τρίτο πρόσωπο, ο «ελεγκτής», που καθόταν συνέχεια στο τραπέζι, πόνταρε το χαμηλότερο δυνατό ποσό, για να μην προκαλέσει υποψίες και μετρούσε τις κάρτες, για μεγαλύτερη ακρίβεια. Έφευγαν Παρασκευή απόγευμα από το MIT, έπαιζαν συνεχόμενα μέχρι Κυριακή βράδυ, οπότε έπαιρναν το αεροπλάνο για να επιστρέψουν. Οι φοιτητές δούλευαν σε ομάδες των τριών και μπορούσε σε ένα μόνο βράδυ να έπαιζαν ταυτόχρονα μέχρι και 10 διαφορετικές ομάδες. Κατά μέσο όρο, έβγαζαν 100.000 δολάρια κάθε σαββατοκύριακο και μέσα σε λίγους μήνες, τα καθαρά έσοδα του συνεταιρισμού πλέον ξεπερνούσαν το μισό εκατομμύριο. Ο συνεταιρισμός διαλύθηκε το 1993, όταν τα καζίνο τους απαγόρευσαν την είσοδο. Είχαν ερευνήσει οι μαφιόζοι, τους είχαν φακελώσει και με αφορμή πλαστά στοιχεία των λεγόμενων μεγάλων παιχτών τους έκλεισαν την πόρτα. Ε και; Τα φοιτηταριά έκαναν περιουσίες….

Με την πάροδο του χρόνου, το Λας Βέγκας έκανε πολλά βήματα για να απεξαρτηθεί από τον τζόγο. Στις μέρες μας λανσάρεται ως κατά βάση τουριστικός προορισμός και ο τζίρος από τα καζίνο αντιπροσωπεύει μόλις το 20% των εσόδων της πόλης. Ο συνεδριακός τουρισμός είναι μια νέα χρυσοφόρα πηγή, έχοντας ξεπεράσει σε τζίρο τα καζίνο, ενώ οι αρχές, με γενναία οικονομικά κίνητρα που φθάνουν μέχρι την πλήρη φορολογική απαλλαγή, ευνοούν την εγκατάσταση επιχειρήσεων νέων τεχνολογιών και τραπεζών. Σταθερή αξία για το Λας Βέγκας παραμένει η ανθούσα βιομηχανία γάμων, με πάνω από 300 ημερησίως. Γίνονται σχεδόν αυτόματα, με χαμηλό κόστος (35$) και χωρίς πολλές διατυπώσεις. Αντίθετα, το διαζύγιο κοστίζει ακριβότερα (430$).