Τζορτζ Μπεστ: Ο ποδοσφαιριστής που έγινε ποπ είδωλο

To 1965 οι Rolling Stones εμφανίζονται στo τηλεοπτικό σόου Top of the Pops. Περίπου στο μέσον της εμφάνισής τους, η κάμερα ζουμάρει για λίγα δευτερόλεπτα σε ένα νεαρό που στέκεται κάπως αμήχανος μέσα στο πλήθος των θαυμαστών του συγκροτήματος που χορεύουν. Αυτός δεν χορεύει. Είναι σχεδόν ακίνητος, ίσως γιατί ντρέπεται, ίσως γιατί δεν χορεύει καλά. Ένα όμως είναι σίγουρο: χορεύει πολύ καλά τους αντιπάλους του στο γήπεδο με την μπάλα στα πόδια.

Διόλου τυχαία λίγα χρόνια αργότερα, το 1970, ο ίδιος νεαρός θα εμπνεύσει τους στίχους του τραγουδιού Belfast Boy: “you move like a downtown dancer/With your hair hung down like a mane” (κινείσαι σαν χορευτής, με τα μαλλιά σoυ σαν χαίτη).

Ο περι ου ο λόγος, 19χρονος το 1965, ποδοσφαιριστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Τζορτζ Μπεστ, είναι αυτός τον οποίο όλοι οι Μπέκαμ και οι Κριστιάνο Ρονάλντο της σύγχρονης ποδοσφαιρικής εποχής θα πρέπει να ευγνωμονούν. Από τον Μπεστ και μετά, ο ποδοσφαιριστής σταμάτησε να είναι απλώς ένας τύπος που κλωτσάει καλά μια μπάλα και έγινε ποπ είδωλο.

Δεν ήταν τυχαίος ο χαρακτηρισμός «Μπιτλ» ή «ο πέμπτος Μπιτλ» που του είχε αποδοθεί. Την περίοδο που χόρευε στα γήπεδα ο Μπεστ, στις κερκίδες μαζεύονταν πολλές νεαρές κοπέλες μόνο και μόνο για να τον δουν: κάθε φορά που είχε την μπάλα στα πόδια του, ξεσπούσαν σε κραυγές, ίδιες με αυτές που ακούγονταν στις συναυλίες των Beatles. Αυτό το ηχητικό ξέσπασμα λατρείας -είχε παραδεχθεί ο Μπεστ- ενίοτε του προκαλούσε στύση. Ο Μπεστ, καταμεσής της Μπιτλμανίας, μιμήθηκε το μπιτλικό look στο ντύσιμο και στο χτένισμα – στη συνέχεια όμως ξέφυγε: υιοθετώντας ένα δικό του στιλ, άνοιξε (μεταξύ άλλων -εντέλει αποτυχημένων- επιχειρήσεων) δικό του κατάστημα ρούχων και κατέστη ένα fashion icon και ο ίδιος.

Πέραν της Beatlemania, υπήρχε και η Bestmania με αντίστοιχα συμπτώματα: κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 ο Μπεστ λάμβανε δεκάδες χιλιάδες επιστολές εβδομαδιαίως από θαυμαστές του ανά το κόσμο – τρία άτομα είχαν προσληφθεί με μοναδικό σκοπό να απαντούν σε αυτές τις επιστολές. Στη δε πολυτελή κατοικία του λίγο έξω από το Μάντσεστερ συγκεντρώνονταν καθημερινά πλήθη νεαρών, κυρίως κοριτσιών, αλλά όχι μόνο.

Κατά δήλωσή του, ένας απ’ αυτούς τους νεαρούς έξω από το σπίτι του Μπεστ ήταν και ο Νόελ Γκάλαχερ, πιτσιρικάς ακόμη, πολλά χρόνια προτού γνωρίσει τεράστια επιτυχία με τους Oasis. Ο Γκάλαχερ έχει δηλώσει για τον Μπεστ: «Είχε ένα νάιτκλαμπ, ένα μαγαζί με ρούχα, οδηγούσε φεράρι, και το έκανε (sic) με τη Μις Κόσμος. Το μοναδικό κουλ πράγμα που δεν έκανε ήταν να παίζει μουσική. Αν έπαιζε μουσική, σίγουρα θα ήταν καλός και σε αυτό». Παρότι οι αδερφοί Γκάλαχερ είναι οπαδοί της συμπολίτισσας Μάντσεστερ Σίτυ, δείξανε την αγάπη τους προς τον Μπεστ, όταν στο εξώφυλλο του πρώτου δίσκου, με τα μέλη του συγκροτήματος να αράζουν σε ένα σαλόνι, κάπου σε μια γωνιά υπάρχει και μια φωτογραφία του Μπεστ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τζορτζ Μπεστ έχει βρεθεί σε εξώφυλλο δίσκου: είχε προηγηθεί το εξολοκλήρου αφιερωμένο σε αυτόν εξώφυλλο του (θρυλικού για την ίντι ροκ μουσική) δίσκου των Wedding Present με τίτλο «George Best».

H ιστορία του Τζορτζ Μπεστ δεν εχει μόνο τη λαμπερή της πλευρά. Υπάρχει κι η σκοτεινή δυστυχώς: αυτή του αλκοολισμού που ουσιαστικά του κατέστρεψε την καριέρα και τη ζωή. Κατά δήλωση του ίδιου «το αλκοόλ ήταν η ρίζα των προβλημάτων μου – ξόδεψα πολλά λεφτά σε αλκοόλ, γυναίκες και γρήγορα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα απλώς τα σπατάλησα».

Σε αυτή τη σκοτεινή πτυχή της ζωής του Τζορτζ Μπεστ εστιάζει το ντοκιμαντέρ του Ντάνιελ Γκόρντον Best (George Best: All By Himself). «Θέλαμε να πούμε μιαν ιστορία που όλοι την γνωρίζουν, αλλά να την πούμε πιο αναλυτικά, εστιάζοντας βαθύτερα», δήλωσε σχετικά ο δημιουργός του. Το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να πάει πέρα από το ποδόσφαιρο και τους τίτλους των σκανδαλοθηρικών εφημερίδων και, χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό και προσωπικές μαρτυρίες φίλων και μελών της οικογενείας του Μπεστ, να πει μιαν ανθρώπινη ιστορία: για το ταλέντο, τη δόξα, το σκοτάδι και τον εθισμό.
To ντοκιμαντέρ έκανε την πρεμιέρα προχθές -πού αλλού;- στο Μπελφαστ.

Πηγές: Belfast Telegraph, Esquire, New York Times